ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Ό,τι ακολουθεί προστατεύεται από τη νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας.

Τα αρχεία αποτελούνται από ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ παραγράφων κάποιων ενοτήτων και από πολύ λίγα εκ των λογοτεχνικών παραθεμάτων που βρίσκονται στο τέλος κάθε ενότητας (200 στο σύνολο).

Τα σύμβολα    >>>>>>>      αντιστοιχούν σε κείμενο που
ΔΕΝ συμπεριλαμβάνεται στην επισκόπηση

 

Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο

{ISBN: 978-618-5321-14-7}

 

***ΑΜΕΣΑ, στη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, από το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων ΡΩΜΗ
ή ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ,  ΟΠΟΥΔΗΠΟΤΕ (ταχυδρομικώς, χωρίς έξοδα αποστολής)

Τσιμισκή 16 (στοά Χρυσικοπούλου), 546 24 Θεσσαλονίκη, Τηλ.:2310227581

e-mail: kintapoglou@yahoo.gr

www.ekdosisromi.blogspot.gr

www.ekdosisromi.com

 

***από τα βιβλιοπωλεία, συνήθως κατόπιν παραγγελίας

 

***ύστερα από επικοινωνία με τον συγγραφέα

Διαλέττη 17, 54621 Θεσσαλονίκη +30-2310-262872 +30-6977-210469
 
petrosthu@gmail.com

fb: Petros Theodorou – WORKS (επαγγελματική σελίδα)

fb: Petros Theodorou (προσωπική σελίδα)

 

 

 

 

31 Η “ανάθεση” της μετακίνησης της Σκιάς και τα επαναλαμβανόμενα σενάρια

***Τι σημαίνει “ανάθεση” της Σκιάς.

Πρόκειται για έναν πολύ συνηθισμένο (και πολύπλοκο) τρόπο να επιχειρούμε την “επιδιόρθωση” της Σκιάς από το παρόν μας – ανεξάρτητα αν τελικά απλώς ενισχύουμε τον φράκτη της.

Ας ξεκινήσουμε από κάτι καθημερινό. Συχνά, βλέπουμε στη ζωή κάποιων ανθρώπων (ή και στη δική μας), κάποια χαρακτηριστικά σχέδια, ως προς τα οποία εξελίσσονται διάφορα γεγονότα. Κάποιος, ό,τι στήνει με κόπο, τελευταία στιγμή το διαλύει – λες και όλη η προσπάθεια έγινε για τη στιγμή της καταστροφής της. Ένας άλλος συμπεριφέρεται πάντοτε, σε κάθε σχέση του, με τον ίδιο τρόπο – λες και συναντά ανθρώπους μόνο και μόνο για να κάνει ό,τι κάνει με αυτόν τον χαρακτηριστικό του τρόπο (ας πούμε, να νιώθει αδικημένος ή εγκαταλειμμένος ή αφέντης και κυρίαρχος κλπ). Επίσης, στην καθημερινή ζωή, πολύ συχνά ακούμε εκφράσεις του είδους “πάλι έμπλεξα με κάποιον που έχει αυτόν κι αυτόν τον χαρακτήρα… Αφού δεν τα αντέχω αυτά… Πώς γίνεται κι όλο έλκω επάνω μου ανθρώπους που κάνουν ακριβώς αυτά που δεν αντέχω; Τι είδους μαγνήτης είμαι;”.

Μπορούμε ίσως να δούμε τα επαναλαμβανόμενα αυτά σενάρια ως έναν τρόπο συνύπαρξης με τη Σκιά μας, σύμφωνα με τον οποίο “αναθέτουμε” σε άλλους να μας λυτρώσουν, επαναλαμβάνοντας κάποια βασικά σενάρια ζωής· σαν να επιμένουμε να παίζουμε το ίδιο έργο αναζητώντας όμως διαφορετικούς συντελεστές, κάθε φορά που η παραγωγή δεν πάει καλά και βουλιάζει.

***Ο μηχανισμός της “ανάθεσης”.

Καταρχάς, είναι σημαντικό να θυμηθούμε πως ο χρόνος, για όποια όψη μας παγώνει στη Σκιά, σταματά. Όπως ένα σταφύλι μέσα σε μέλι μπορεί να διατηρηθεί για δεκάδες χρόνια, έτσι και η όψη μας, είναι σαν να μπαίνει σε ρητίνη. Διατηρείται όπως ακριβώς ήταν όταν εξορίστηκε (μαζί με τα μετέωρα συναισθήματα που της αντιστοιχούν), όσος χρόνος και αν περάσει.

Αυτό σημαίνει ότι για να δικαιωθεί η φυλακισμένη μας όψη, πρέπει το παρελθοντικό τραυματικό σενάριο να συνεχιστεί μεν στο παρόν από εκεί που άρχισε, αλλά προς μία ΝΕΑ κατεύθυνση, με μία αναπάντεχη και μαγική τροπή που θα ακυρώσει την τότε οδύνη του και θα επιφέρει από το παρόν το happy end που χρειαζόταν το παρελθόν.

Δηλαδή, είναι ο τότε “κακός” που πρέπει να γίνει “καλός” στη σημερινή συνέχεια του παρελθοντικού σεναρίου, και όχι απλώς να εμφανιστεί κάποιος τρίτος, απευθείας “καλός”. Για τη λογική της παγωμένης μας στο χρόνο όψης, η λύτρωση θα έρθει με την επανεκκίνηση εκείνης της ιστορίας μας από τη στιγμή που πατήθηκε το “pause”· μόνο έτσι θα “κλείσει” το τότε, το αρχικό σενάριο, λόγω του οποίου εκείνη η όψη μας εξορίστηκε στη Σκιά για να μην προκαλέσει την καταστροφή που ΤΟΤΕ φοβόμασταν θανάσιμα.

Αυτό συμβαίνει ακριβώς γιατί ο χρόνος εκείνης της όψης μας σταμάτησε στην εποχή του εγκλεισμού της· και η εντός Σκιάς όψη μας, “περιμένει” να συνεχίσει από εκείνη τη χρονική στιγμή, προς το happy end – δηλαδή την ικανοποίηση της ανάγκης μας που τη δημιούργησε. Ένα “όχι” ή ένα “ναι” που δεν είπα πριν χρόνια γιατί αν το έλεγα φοβόμουν τις συνέπειές του, περιμένει ακόμα να εκφραστεί από τα χείλη μου, ΧΩΡΙΣ να επαληθευτούν οι φόβοι που το πάγωσαν.

__________________________

46.{Μια μέρα άκουσα ένα παιδί να λέει, θέλοντας να πει πως ήταν έτοιμο να κλάψει, όχι “Μου ΄ρχεται να κλάψω”, που θα ήταν αυτό που θα έλεγε ένας ενήλικας, δηλαδή ένας ηλίθιος, αλλά “Μου ΄ρχονται δάκρυα”. Και αυτή η πρόταση, η απολύτως λογοτεχνική, σε σημείο που θα την αποδίδαμε σε κάποιον φημισμένο ποιητή, αν βρισκόταν κάποιος για να την πει, αναφέρεται σαφέστατα στη θερμή παρουσία των δακρύων που πέφτουν από τα βλέφαρα, τα οποία έχουν πλήρη συνείδηση της υγρής πικράδας. “Μου ΄ρχονται δάκρυα!”} – (Σοάρες-5)

__________________________

 

 

 

35.α Το “happy end” στα παραμύθια

  Στην τέχνη και στην παράδοση, συχνά φαίνεται να λειτουργεί θεραπευτικά η αποκατάσταση των “άσχημων” εντός Σκιάς όψεών μας, όταν ανατίθενται από το παρόν μας στον Άλλον.

Για παράδειγμα, στα διάφορα θρίλερ με φαντάσματα και στοιχειά, όταν αποκατασταθεί από τους ήρωες της ιστορίας η αλήθεια, σχετικά με την αδικία και τη βία που έκανε τα φαντάσματα να τριγυρνούν στον “τόπο του εγκλήματος” ζητώντας εκδίκηση και δικαίωση, τα φαντάσματα γαληνεύουν και φεύγουν· ο ήρωας συνήθως έρχεται ως αυτός που καταφέρνει να λύσει τα ξόρκια του στοιχειώματος.

Στα παραμύθια, επίσης βλέπουμε να συμβαίνει σχεδόν πάντα αυτό το “happy end”. Ο βάτραχος που ήθελε να τον φιλήσουν ως βάτραχο για να γίνει πρίγκιπας, ζητά διαρκώς κάποιον να αποδεχτεί την ασχήμια του (τη Σκιά του), ώστε η αποδοχή να επιφέρει τη μεταμόρφωση και τη λύτρωση. Στην ουσία, ζητά να εμφανιστεί μια “καλή” νεράιδα – πριγκίπισσα, η οποία φιλώντας τον τώρα ως βάτραχο (αποδεχόμενη την “άσχημη” όψη του), θα λύσει τα αρχαία μάγια κάποιας “κακιάς” μάγισσας και θα τον αποκαταστήσει και πάλι ως πρίγκιπα.

Η “καλή” πριγκίπισσα, φυσικά, δεν είναι παρά η άλλη όψη της “κακιάς” μάγισσας – πρόκειται για δύο εκδηλώσεις μίας και μοναδικής φιγούρας. Με άλλα λόγια, πρόκειται για δύο όψεις της ίδιας μορφής, της μάνας (της αρχικής μήτρας, που μας εμπεριείχε ως παιδιά). Η “κακιά” όψη αυτής της αρχέγονης μάνας, “είδε” το πριγκιπόπουλο ως μωρό, άσχημο (το μεταμόρφωσε σε βάτραχο). Έκτοτε, ο βάτραχος ζητά να συναντήσει την άλλη όψη, την “καλή μάνα”, η οποία θα ενσωματωθεί με την “κακιά” και θα αποκαταστήσει μέσα του την ολότητα της “μίας” και πλήρους μάνας – και τη δική του γαλήνη.

Κάτι αντίστοιχο με ό,τι κάνει ο βάτραχος, κάνει και το τέρας που με τους απότομους τρόπους του βασανίζει όποιες κοπέλες του χωριού έρχονται να το υπηρετήσουν στον πύργο του, ώσπου η πεντάμορφη, με την υπομονή της, ανέχεται τη Σκιά του (τη δυστροπία του), λύνει από το παρόν τα αρχαία μάγια και το πανάσχημο τέρας γίνεται πριγκιπόπουλο. Επίσης ο πρίγκιπας, με το φιλί της “αληθινής αγάπης”, ξυπνά τη Χιονάτη και την Ωραία Κοιμωμένη (μαζί με τον υπόλοιπο ναρκωμένο της κόσμο – μία πανέμορφη μεταφορά του πώς παγώνουν στο χρόνο οι αποξενωμένες μας όψεις).

__________________________

50.{“Για δες το μικρό αγόρι”, μουρμούρισε ένας ξεχασμένος ιπτάμενος κόκκος σκόνης που σταμάτησε για λίγο το χορό του, “στεναχωρέθηκε πολύ… Ε, μικρό αγόρι, ναι, σ’ εσένα μιλώ, γιατί θλίβεσαι τόσο; Θα τύχει και πάλι να σπάσει κάποιο απ’ τα παιχνίδια σου, όχι, δεν το κάνουνε επίτηδες, είναι μόνο που τα αγαπάς πολύ και τα παίζεις συχνά κι άλλωστε έτσι γίνονται τα πράγματα – τα παιχνίδια σου το ξέρουν και δεν τους νοιάζει και πολύ. Μάζεψε τώρα τα κομμάτια, έτσι μπράβο, κι άσ’ τα στη γωνία, εκεί, κι άκου με που σου λέω, αυτή η γωνία θα είναι για πάντα μία, οι αγωνίες θα είναι δυο κι οι παραφωνίες του αέρα τέσσερις – δεν είναι κάτι κακό η παραφωνία, γιατί οι φεγγαρόλουστες νύχτες που σου υπολείπονται είναι περίπου άπειρες.} – (Θεοδώρου-2) 

__________________________

 

 

 

35.β Το “un-happy end” στη ζωή

 

Στο παραμύθι, ο βάτραχος ζητά από ένα άλλο πρόσωπο (την πριγκίπισσα), η οποία αρχικά είναι διστακτική (“κακιά”), να πειστεί και να τον φιλήσει (να τον αποδεχτεί, να γίνει “καλή”). Έτσι, θα πραγματοποιήσει ετεροχρονισμένα την ενσωμάτωση της τωρινής “καλής” μάνας με την αρχαία “κακιά”. Όταν η πριγκίπισσα πείθεται και το κάνει, το παραμύθι, κατά μία έννοια, “κλέβει”… “Κλέβει”, γιατί γνωρίζουμε ότι κανένα φιλί από το τώρα δεν μπορεί να γυρίσει πίσω τον χρόνο και να αλλάξει ή να διαγράψει το παρελθόν – το οποίο, μπορούμε μόνο να αποδεχτούμε.

Επιπλέον, σχεδόν πάντα, στην πραγματική ζωή, οι τωρινοί “κακοί” συνήθως παραμένουν “κακοί”… Όπως και πολλοί αξιοπρεπείς φτωχοί αρρωσταίνουν και δυστυχούν, ενώ πολλοί αναξιοπρεπείς πλούσιοι παραμένουν υγιείς και ευημερούν – αντίθετα από τις συνήθεις ιδέες περί “δικαιοσύνης” (“όλα εδώ πληρώνονται”, “έχει ο θεός” κλπ).  Μάλλον, ο μόνος δρόμος για εμάς είναι να αποδεχτούμε πως είμαστε πανέμορφοι ΚΑΙ ως βάτραχοι, χωρίς να χρειαζόμαστε την άδεια για να ομορφύνουμε μέσω του φιλιού κάποιας πριγκίπισσας που αποδέχεται την ασχήμια μας και μας ελεεί.

Παραχωρώντας ψευδαισθητικά σε εξιδανικευμένους Άλλους την εξουσία της μεταμόρφωσής μας, απλώς επικυρώνουμε για πάντα τον αποκλεισμό του εσωτερικού παιδιού και τον βάτραχο ως το σχήμα μας. Μέσω δε των επαναλαμβανόμενων σεναρίων, ως “άσχημοι”, εκλιπαρούμε το έλεος κάποιου για να ομορφύνουμε στα μάτια του, ελπίζοντας ότι αυτά τα μάτια – καθρέφτες, θα μας επιστρέφουν την όμορφη αντανάκλαση όσων θεωρούμε ως ασχήμια επάνω μας. Παλεύουμε μάταια, μέσω διάφορων αναθέσεων της Σκιάς μας (βλ. 31), να διορθώσουμε το παρελθόν από το παρόν, αντί να το αγκαλιάσουμε και να προχωρήσουμε περήφανοι για τις πληγές μας.

Στα παραμύθια, η ετεροχρονισμένη αποκατάσταση του παρελθόντος σχεδόν πάντα λειτουργεί, γιατί αυτός είναι και ο βασικός σκοπός των παραμυθιών. Όμως, στη ζωή, δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα – και μάλλον γι’ αυτό χρειαζόμαστε ακόμα και ως ενήλικες τα παραμύθια και το μεγαλείο τους. Ακόμα και αν, υποθετικά, κάποιος σε κάποιο επαναλαμβανόμενο σενάριο ανάθεσης της σωτηρίας μας από τη Σκιά, όντως μας λυτρώσει από τη Σκιά μας και λάβουμε στο “τώρα” μας την αποδοχή που χρειαζόμασταν όταν εξορίσαμε στα υπόγεια ό,τι δεν ήταν αρεστό στους Άλλους, αυτή η αποδοχή μας είναι άχρηστη.

Ο λόγος είναι ότι η εμπειρία μας, όπως τόσες φορές σημειώσαμε, είναι μοναδική και εγγράφεται μόνο στο εδώ και τώρα μας, λόγω των μη συνειδητών και άμεσων βιωματικών της στοιχείων, τα οποία παράγονται και υφίστανται μόνο ενόσω το βίωμα αναπτύσσεται. Συνεπώς, είναι αδύνατον, ακόμα και ορδές εξιδανικευμένων Άλλων, να εξαλείψουν από το τώρα την αρχική εμπειρία. Αλλάξαμε και εμείς και ο κόσμος: ακόμα και αν επιστρέφαμε στο σκηνικό της τότε εμπειρίας για να τη ζήσουμε ξανά ευελπιστώντας στη μεταμόρφωσή της, τα άδηλα βιωματικά στοιχεία, κατά την επιστροφή μας, θα ήταν διαφορετικά από αυτά της αρχικής εμπειρίας… Με δυο λόγια, αυτού του είδους η λύτρωση είναι ΑΔΥΝΑΤΗ (τουλάχιστον στις κοινά αποδεκτές διαστάσεις στις οποίες εκτυλίσσεται η γήινη ζωή μας…).

Οπότε, ακόμα και αν βρισκόταν μία πριγκίπισσα να φιλήσει τον βάτραχο, δεν θα λυνόταν τίποτα στην ψυχή του.  Ανεξάρτητα από το υποστηρικτικό φιλί του παρόντος, ο βάτραχος θα ήθελε πολλή, πάρα πολλή δουλειά με τον εαυτό και την επίγνωσή του. Η αλλαγή του νοήματος του παρελθόντος του, παραμένει προσωπική του δουλειά κι ένα φιλί στο παρόν μπορεί μεν να στηρίζει και να ανακουφίζει, αλλά δεν διαγράφει κανενός είδους παρελθόν.

Φαίνεται ότι το παρόν γίνεται καταλυτικό για το επώδυνο περιεχόμενο της Σκιάς ΜΟΝΟ αν καταφέρουμε να το κάνουμε ένα νέο στιβαρό φόντο, ένα πρίσμα ως προς το οποίο βλέπουμε το παρελθόν, αποδεχόμενοι τις τότε πληγές και ουλές μας (βλ. 54).

>>>>>>>>>>>>>>

 

38 Παράδειγμα 1ο: “Κεκλεισμένων των θυρών”

Πώς γίνεται κάποιες φορές, ενώ όλο μας το είναι κραυγάζει να φύγουμε από έναν άνθρωπο, να τον παρακαλούμε να μη μας διώξει; Ποια είναι τα αόρατα και ακατανόητα δεσμά, που κάποιες φορές μας κρατούν συνεταίρους σε μία εξαρτητική συναλλαγή παρακμής, φθοράς και αμοιβαίου κανιβαλισμού; Πώς γίνεται δύο άνθρωποι που απεχθάνονται ο ένας τον άλλον, να χρειάζονται τόσο τραγικά ο ένας τον άλλον; Ας δούμε πρώτα τη σκηνή του δράματος.

 

38.α Οι πρωταγωνιστές

Παίρνουμε τον γνωστό μας από το παράδειγμα της ενότητας 33 κύριο Β, ο οποίος διατυμπανίζει ότι θέλει να έχει σχέσεις με γυναίκες σταθερές, προβλέψιμες και παρούσες (άσχετα αν μπλέκεται όλο με γυναίκες ασταθείς και απρόβλεπτες). Σύμφωνα όμως με την ιδέα της ανάθεσης της Σκιάς (βλ. 31), ο Β αυτο-παγιδεύεται σε διάφορα επαναλαμβανόμενα σενάρια. Στον παγωμένο χρόνο της κεντρικής ιστορίας τους, έλκεται από γυναίκες ασταθείς και απρόβλεπτες (οι οποίες διαψεύδουν όσα ισχυρίζεται πως ζητά)· τους αναθέτει το καθήκον να σπάσουν την οχύρωση της Σκιάς του.

Η μη συνειδητή του ελπίδα είναι πως μία “κακιά”, ακατάλληλη γυναίκα, απούσα και ασταθής σαν καπνός, υποτίθεται ότι θα μεταμορφωθεί σε καλή νεράιδα και θα γίνει γι’ αυτόν παρούσα και σταθερή – για να ξορκιστούν οι εντός Σκιάς φόβοι του και να ξανατρέξει ο σταματημένος χρόνος του από εκεί που είχε παγώσει.

Επιπλέον, ας βάλουμε στη σκηνή και την κυρία Ζ, η οποία ζητά διαρκώς και μετά μανίας επιβεβαίωση μέσω παροχών – ας πούμε ότι στη Σκιά της είναι κάποια παρελθοντική, παραμελημένη, εγκαταλειμμένη στην ερημιά, ανάξια, περιφρονημένη, αβοήθητη, ανεπαρκής και τρομοκρατημένη όψη της (με όλα τα ανάλογα συναισθήματα). Ζητώντας σημάδια της αξίας της και θεωρώντας ότι τα δικαιούται λόγω της σπουδαιότητάς της (την οποία ωστόσο κατασκευάζει η ίδια για να ισορροπήσει τη βαθιά αίσθηση ανεπάρκειας), κλείνει καλά τις κάνουλες της Σκιάς της. 

Ενώ η Ζ διακηρύσσει πως θέλει άντρες που της παρέχουν την αναγκαία γι’ αυτήν επιβεβαίωση, στα δικά της επαναλαμβανόμενα σενάρια, έλκεται από άντρες που την υποβιβάζουν, την υποτιμούν ή είναι ανίκανοι να της προσφέρουν αυτό που ζητά. Ακόμα και όταν (σπάνια) συναντά άντρες συναισθηματικά γενναιόδωρους, ζητά όλο και περισσότερα, ποτέ δεν ικανοποιείται όσα και αν πάρει: μοιάζει σαν να κρατά ένα καλάθι “χωρίς πάτο”, που δεν γεμίζει ποτέ.

Η Ζ, για να ξανακινηθούν οι δείκτες του δικού της παγωμένου ρολογιού από εκεί που σταμάτησαν, αναθέτει με δικά της επαναλαμβανόμενα σενάρια το ξόρκισμα της Σκιάς της σε άντρες ακατάλληλους· σε άντρες που δεν διαθέτουν αυτά που η ίδια διακηρύσσει ως χρειαζούμενα. Πρέπει να βρεθεί κάποιος “κακός”, αρχικά ανεπαρκής για να γεμίσει ιδεατά το “δίχως πάτο” καλάθι της, ο οποίος, πάντα ιδεατά, τελικά θα μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα· θα καταφέρει να ενσαρκώσει την εξιδανικευμένη εικόνα που περίμενε η Ζ. Έτσι, οι εντός Σκιάς όψεις της θα έπαιρναν στο παρόν της αυτά που ζητούσαν στο παρελθόν της.

 

 

38.β Η βασική πλοκή

Όταν η Ζ και ο Β συναντηθούν, αρχίζει κυριολεκτικά η “γιορτή”. Ο Β, για να διασφαλίσει τη σταθερότητα και την παρουσία της Ζ (ώστε να εμφανίσει την κρυμμένη και εξιδανικευμένη νεράιδα από την κατ’ αυτόν άσπλαχνη και κακιά Ζ), παρέχει ασταμάτητα. Όμως η Ζ είναι αχόρταγη. Ζητά όλο και περισσότερα, σε κάθε επίπεδο, υλικό και μη (ώστε να δει στον κατ’ αυτήν ανεπαρκή και τσιγκούνη Β, τον πρίγκιπα που θα της παρέχει αφειδώς και πλουσιοπάροχα την αναγνώριση της σπουδαιότητάς της).

Ο Β έρχεται διαρκώς “μπροστά”, η Ζ οπισθοχωρεί. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν συναντιούνται· η σχέση τους είναι κυρίως ένα παιχνίδι και ένας δεσμός Σκιών, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται. Για την ακρίβεια, είναι οι τρόποι τους να απομονώνουν με αμοιβαία ανάθεση τις Σκιές τους, τρόποι οι οποίοι ταιριάζουν μεταξύ τους όπως το κλειδί με την κλειδαριά του.

Στο συνειδητό τους μέρος, ο καθένας βλέπει στον άλλον έναν άκαρδο άνθρωπο, ανίκανο, άδικο, αδιάφορο και κυρίως απρόθυμο να στραφεί και να δει αυτό που ο σύντροφός του φωνάζει ότι χρειάζεται. Συγκεκριμένα: ο Β δηλώνει ότι χρειάζεται παρουσία και σταθερότητα, και η Ζ δηλώνει την ανάγκη της για επιβεβαίωση.

Στην ουσία όμως, αυτό που τους ενώνει, δεν είναι αυτό που συνεδητά δηλώνουν ότι χρειάζονται. Γιατί βαθύτερα, χρειάζονται το αντίθετο. Ο Β απουσία και η Ζ υποτίμηση, ώστε να διεγερθούν οι Σκιές τους, να ξεχυθούν οι παλιοί τρόμοι τους, να τους αποδεχτούν στο παρόν τους, να δουν ότι ως ενήλικες δεν θα αφανιστούν και επιτέλους να γαληνέψουν.

Όμως στην πράξη, ο Β και η Ζ αναθέτουν μη συνειδητά και αμοιβαία, ο ένας στον άλλον, τον ρόλο της “πρόκλησης” αυτής της έκρηξης, ανεξάρτητα αν στο συνειδητό τους μέρος διαμαρτύρονται. Η σχέση εκφυλίζεται. Οι στιγμές γαλήνης και ομορφιάς ανάμεσά τους ολοένα λιγοστεύουν. Ο καθένας τους παύει να εκτιμά τον άλλον και τον βλέπει περισσότερο ως εχθρό παρά ως σύντροφο. Οι συγκρούσεις συνοδεύονται από προσβλητικά επίθετα, μειωτικούς χαρακτηρισμούς, κατηγορίες και καταδίκες χωρίς δίκες (Θεοδώρου, 2018).

Εφόσον δεν διαλυθεί (συνήθως δραματικά) η σχέση της Ζ και του Β, επειδή ο καθένας είναι υπογείως για τον άλλον μία ευκαιρία να βελτιώσει τη σχέση με τη Σκιά του, αναπτύσσεται μία πανίσχυρη και επιφανειακά ανεξήγητη έλξη. Ο Β και η Ζ δεν αντέχουν ο ένας τον άλλον στο “φως” και όμως, δεν αντέχουν επίσης να χωρίσουν. Αρχίζει η εξάρτηση (ή, μία καταστροφική και καθόλου ωραιοποιημένη εκδοχή του “πάθους”…). Φυσικά, οι μεγαλόστομες δηλώσεις του είδους “ως εδώ ήταν, δεν πάει άλλο…” δίνουν και παίρνουν, οι προσωρινοί χωρισμοί είναι αλλεπάλληλοι. Όμως, ο εξαρτητικός δεσμός δεν σπάει. Τον συντηρεί η ακαταμάχητη δύναμη και ανάγκη της ανθρώπινης ύπαρξης να τείνει να γίνει ένα όλον χωρίς βραχυκυκλωμένα κανάλια – χωρίς το εμπόδιο της σιδερόφρακτης οχύρωσης μιας μεγάλης και ακίνητης Σκιάς. Και, εφόσον ο καθένας αυταπατάται βλέποντας (μη συνειδητά) τον άλλον να κρατά το μαγικό ραβδί με το οποίο, ως νεράιδα του παραμυθιού, θα μαλακώσει τη Σκιά του, αδυνατεί να τον αποχωριστεί.

Στην ουσία, με τα επαναλαμβανόμενα σενάρια και την τοξική συμπληρωματικότητά τους, ο Β και η Ζ επιζητούν αμοιβαία να λύσει ο καθένας τους για τον άλλον, τον κόμπο των προσωπικών τους “μισοτελειωμένων υποθέσεων”. Ζητώντας όμως το αδύνατον (το “τώρα” να αποκαταστήσει μέσω ενός άλλου προσώπου το “τότε”), απλώς αναπαράγουν ξανά και ξανά τα ίδια αδιέξοδα, το ίδιο τραύμα που κάποτε έθρεψε τη Σκιά του καθενός τους.

>>>>>>>>>>>>>>>

Όταν αυτού του είδους η σχέση γίνει πλέον εξαρτητική, το πάθος (η υπόγεια και ακαταμάχητη έλξη μεταξύ τους), μεγαλώνει. Υπάρχει περίπτωση, για ένα πολύ μεγάλο διάστημα, το σεξ να γίνει πανίσχυρο, μία σαρωτική εμπειρία, η μόνη κοινή διαδικασία που κάπως ενώνει τους δύο μονομάχους.

Το σεξ είναι μία εμπειρία της οποίας τα χθόνια, τα αρχαϊκά γνωρίσματα και η δύναμη των αισθήσεων, μπορούν προσωρινά να εξορίσουν στο περιθώριο πολλά από τα ψυχολογικά της στοιχεία. Γι’ αυτό και στη σεξουαλική ένταση ή στον οργασμό, δημιουργείται για πολύ λίγο η ψευδαίσθηση της απόλυτης ένωσης. Σαν να έγινε πραγματικότητα για λίγες στιγμές το ακατόρθωτο. Σαν να έπαψε να μας χωρίζει ό,τι μας χωρίζει: σαν να έγινε ο Άλλος όπως ακριβώς τον σκιτσάρουν οι εκάστοτε βαθύτερες ανάγκες μας.

Όμως αυτή η φάση της έντασης στο σεξ, δεν κρατά για πάντα και δεν μπορεί να σώσει μία εξαρτητική σχέση – όσο προχωρά η εξάρτηση, η σχέση “στεγνώνει”, αποξηραίνεται. Μένει μόνο κάτι σαν μία τελευταία ανάσα, η οποία, ενώ είναι έτοιμη να βγει, την τελευταία στιγμή φυλακίζεται και κολλά στα χείλη, καταπίνεται λίγο και μετά ξανά πάλι το ίδιο, σε ένα προθανάτιο βασανιστήριο χωρίς τέλος. Αυτό που στο τέλος απομένει είναι μία αόριστη και επιτακτική ανάγκη του ενός για τον άλλον, συνδυασμένη με αμοιβαία απέχθεια. Χωρίς βέβαια να ξεχνιούνται οι χειρονομίες εξόντωσης, ώσπου αυτή η μαύρη τρύπα της σχέσης να καταπιεί και τα δύο μέρη της. Να εξαφανίσει τα άλλα τους στοιχεία, όπως ακριβώς συμβαίνει σε οποιαδήποτε προχωρημένη εξάρτηση: γίνεται ένας μύλος που αλέθει κάθε νόημα σε κάθε τι άλλο στη ζωή. (Σημειώνω ότι η κατάσταση αυτή περιγράφεται εξαιρετικά στο μυθιστόρημα “Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα”, του Πασκάλ Μπρυκνέρ – 1990).

 

 

 

39.α Ο θύτης, το θύμα

Αρχικά, διευκρινίζω πως “θύμα”, είναι γενικότερα και κυριολεκτικά όποιος δέχεται βία και παραβίαση των ορίων της ύπαρξής του, σε οποιοδήποτε επίπεδο. Ωστόσο, εδώ αναφερόμαστε στο “αυτο-θυματοποιημένο θύμα”, το θύμα που έχει εμπλακεί σε εξαρτητική σχέση με τον θύτη του – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιζητεί τη βία, όπως σε μία σαδομαζοχιστική σχέση.

Αν τώρα εστιαστούμε στον θύτη, η άσκηση βίας (φυσικής ή ψυχολογικής) είναι ο τρόπος του να σφραγίζει ό,τι ενέχεται στη Σκιά του. Συνήθως πρόκειται για όψεις ταπεινωμένες και πονεμένες, σχετικές με τη βία που δέχτηκε ο ίδιος στο παρελθόν· άλλωστε, δεν υπάρχει θύτης ο οποίος δεν έχει υπάρξει ο ίδιος θύμα στο παρελθόν – περισσότερα για το φαινόμενο της αντιστροφής αυτών των ρόλων ξεφεύγουν από τη θεματολογία μας. Φόβος, θυμός, ταπείνωση, αδιαφορία και εξευτελισμός είναι μόνο λίγα από τα στοιχεία των υπόβαθρων τα οποία παράγουν θύτες. Αν λοιπόν το τέως θύμα γίνει τωρινός θύτης, οχυρώνει όλα αυτά καλά στη Σκιά του.

Από την άλλη πλευρά, το θύμα συνήθως διακατέχεται από ματαιότητα και μεγάλη αυτοαπαξίωση (Carotenuto, 1999), έχοντας εισπράξει από το περιβάλλον του, στο παρελθόν, ελλιπή και καταστροφικά καθρεφτίσματα της ύπαρξής του. Η υποταγή του θύματος στη βία του θύτη, εν ονόματι της ανομολόγητης ελπίδας ότι θα καταφέρει να τον αλλάξει, υπομένοντας τη βία, συχνά γίνεται ένα κυρίαρχο νόημα στη ζωή του θύματος· ιδιαίτερα όταν είναι εύκολη η πρόφαση ότι υπομένει τα μύρια όσα για να υπερασπιστεί ένα γενικότερο “καλό”: παιδιά, οικογένεια, κοινωνική θέση. Η θυσία του προσδίδει αξία στην ίδια του την κουρελιασμένη αυτοεικόνα και, ταυτόχρονα, γίνεται το μέσον με το οποίο θωρακίζει στη Σκιά του όψεις του, οι οποίες, εάν εκδηλωνόταν, θα σήμαιναν σαρωτικά και ανυπόφορα συναισθήματα ματαιότητας, ανεπάρκειας.

Θύτης και θύμα, ως άνθρωποι, κυριολεκτικά, δεν συναντιούνται ποτέ. Αποτελούν όμως ένα ενιαίο σύστημα και συνδέονται πανίσχυρα με τον ομφάλιο λώρο που συμπλέκουν οι Σκιές τους, μέσω των διαδικασιών της αμοιβαίας ανάθεσης. Ο ένας δεν “κάνει” χωρίς τον άλλον, όπως θα φανεί καλύτερα και αμέσως παρακάτω.

 

 

 

39.β Ο κύκλος του αίματος

Κάθε φορά που ολοκληρώνεται ένας κύκλος ξεσπάσματος βίας, γίνεται ένα μικρό διάλειμμα στο ανήλεο παιχνίδι των Σκιών. Ο θύτης συχνά προθυμοποιείται να πάει το θύμα στο νοσοκομείο. Αν το θύμα αρνηθεί, τηλεφωνεί συνέχεια για να δει τι έγινε με τα τραύματά του. Ορκίζεται ότι δεν θα το ξανακάνει ποτέ. Ότι “από ΄δω και πέρα όλα θα αλλάξουν”. Ανάλογα, κάποιες φορές, το θύμα πηγαίνει στην αστυνομία (συνήθως ύστερα από την επιμονή φίλων). Η ένταση εκτονώνεται – όμως μόνο προσωρινά.

Το θύμα, μόλις συνέλθει, αρχίζει πάλι να πιστεύει ότι μπορεί να δώσει ακόμα μία φορά την ευκαιρία που ζητά ο θύτης. Η επιθυμία να ξαναγυρίσουν οι “παλιές καλές στιγμές” είναι αφόρητη, σπαρακτική, υπνωτιστική. Η μνήμη της βίας ξεθωριάζει. Κυρίαρχη ανάγκη είναι να γίνουν τα πράγματα όπως ήταν κάποτε. Στην επιλεκτική μνήμη του θύματος οι παρελθούσες σκηνές βίας χάνουν το νόημά τους – σαν ένα κακό όνειρο που ξεχνιέται. Αντίστοιχα, ο θύτης απορεί και ο ίδιος με το “πώς μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο”.

Αξιοσημείωτο είναι ότι σ’ αυτήν την ενδιάμεση φάση, το θύμα ίσως νιώσει το ίδιο ενοχές αν θελήσει να απομακρυνθεί. “Πώς μπορώ να εγκαταλείψω έναν άρρωστο άνθρωπο, οποίος με χρειάζεται τώρα, όσο ποτέ;”. Αυτό ενισχύεται γιατί ο θύτης είναι τώρα μετανοημένος, συνεργάσιμος, γενναιόδωρος και μάλιστα κατανοεί απολύτως την προσωρινή απόσταση που τυχόν ζητά το θύμα. Η σχέση συνεχίζεται – και οι φίλοι που στήριξαν το θύμα νιώθουν για μια ακόμα φορά ξεγελασμένοι από το θύμα, το οποίο τους χρησιμοποιούσε απλώς για να εκτονώσει την πάσχουσα όψη του.

Όμως, σε λίγο καιρό, ο άρρωστος κύκλος ξαναρχίζει (Θειόπουλος, 2016). Όσο και οι δύο δεν δουλεύουν σοβαρά για να χτίσουν μια λειτουργική σχέση ο καθένας με τη δική του Σκιά, η ανίκητη ανάγκη της ανθρώπινης ύπαρξης να είναι και να προχωρεί ολόκληρη, επιτελεί το έργο της. Τα φυλακισμένα στη Σκιά κομμάτια πιέζουν όλο και περισσότερο. Το σύστημα της σχέσης τείνει να οργανωθεί έτσι ώστε να περιλαμβάνει αμφότερα τα μέρη της μαζί με τις Σκιές τους – ανεξάρτητα από τις προσδοκίες και τις “ρετουσαρισμένες” εικόνες που τα δύο πρόσωπα προτιμούν να κατασκευάζουν με τον νου τους για τους ίδιους και τη σχέση τους. Η σκηνή του δράματος ετοιμάζεται για να ξαναστηθεί το γνωστό σκηνικό της.

>>>>>>>>>>>>>>>

 

 

40.α “Μοντέλο” 1ο: οι φωνές του πατέρα και η αγία μητέρα

 

***Το βασικό σκηνικό.

Στο ένα μοντέλο, τα πρόσωπα του δράματος έχουν ως εξής: υπάρχει ένας πατέρας “φωνακλάς”, που όμως δεν είναι ακραία βίαιος (γνωρίζω καλά ότι ο όρος “ακραία” δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, τον χρησιμοποιώ μόνο και μόνο για να δείξω ότι πρόκειται για κάποια παραλλαγή του προηγούμενου παραδείγματος σωματικής βίας). Ο πατέρας μπορεί απλώς να φωνάζει – να είναι οξύθυμος, να υψώνει διαρκώς και “δι’ ασήμαντον αφορμή” τη φωνή. Τις περισσότερες φορές καβγαδίζει εντονότατα με τη μάνα (ακόμα και αν δεν τη χτυπά) και σπανίως με τα παιδιά. Η μάνα άλλοτε υφίσταται σιωπηλά τη βία και σε άλλες περιπτώσεις ανταπαντά με φωνές.

***Τα σφάγια.

Τα εξαρτητικά δεσμά της προβολής των Σκιών των γονιών αιχμαλωτίζουν στους κόμπους τους τα παιδιά, με πολλούς και διαφόρους τρόπους. Για παράδειγμα, τα παιδιά μπορεί να μη δέχονται άμεσα βία από τον πατέρα, αλλά να δέχονται τα ωστικά κύματα των όσων συμβαίνουν ανάμεσα στους γονείς. Ο πατέρας είναι μαζί τους συνήθως απόμακρος, αν και συχνά τα ξαφνιάζει με δώρα και παροχές. Δεν υπάρχει επικοινωνιακή γλώσσα πέρα από τα τυπικά. Είναι εμμέσως αυστηρός, μη συζητήσιμος και, όταν σπάνια λέει τι πιστεύει, αμετακίνητος από τις θέσεις του και απορριπτικός σε οποιαδήποτε άλλη ιδέα. Ικανοποιεί πολλά αιτήματα των παιδιών και της οικογένειας (όταν δεν αντιτίθενται φανερά με τις πεποιθήσεις του) και γενικώς δίνει χρήματα στην οικογένεια (εφόσον έχει τη δυνατότητα).

Τα παιδιά βιώνουν τον πατέρα ως μία απόμακρη, άγνωστη, απρόβλεπτη και φοβική φιγούρα και συμμαχούν με τη μάνα. Τη λατρεύουν και τη βλέπουν ως ηρωίδα – συχνά δε τρέχουν ως ειρηνοποιοί και χωρίζουν τους δύο γονείς από τη συμπλοκή, σώζοντας τη μάνα. Βέβαια, σε κάποιες παραλλαγές, η “μπόρα” που εκπορεύεται από τη συμπεριφορά του πατέρα, συμπαρασύρει και το παιδί ή τα παιδιά ή κάποιο από τα παιδιά (συνήθως το κορίτσι).

Η μάνα, από την άλλη μεριά, αντί να πάρει τα παιδιά και να φύγει, τα χρησιμοποιεί με ευφυείς χειρισμούς ως καταλύτες στην εξαρτητική της σχέση με τον πατέρα. Συνήθως μεσολαβεί και είναι αυτή που του ζητά τα χρήματα για τις ανάγκες των παιδιών. Δεν του μαρτυρά αταξίες και τυχόν επιπλέον ανάγκες τους, γίνεται η καλύτερή τους φίλη (“όλα τα λέμε εμείς”), τους λέει να μη στεναχωριούνται με τη συμπεριφορά του γιατί στο βάθος είναι καλός άνθρωπος και τους φροντίζει, απλά “είναι έτσι, τον ξέρετε”.

***Η μάνα – αδελφή.

Το οικογενειακό αυτό σχήμα οργανώνεται καλύπτοντας τις Σκιώδεις περιοχές του, γύρω από τη χειριστική συμμαχία που αναπτύσσει η μάνα με τα παιδιά της· ή, μάλλον, τη συμμαχία που εμμέσως η μάνα επιβάλλει – ήδη απο ηλικίες που τα παιδιά δεν μπορούν να έχουν επίγνωση ορίων και αλώνονται πανεύκολα. Έτσι, γίνονται όλοι “αδελφάκια”, απέναντι στον δράκο – πατέρα.

Τα παιδιά όχι μόνο αναλαμβάνουν να σώζουν τη μάνα από τις φωνές του πατέρα αλλά και να την παρηγορούν. Έχει “περάσει στο αίμα τους” να τη βλέπουν ως θύμα (όχι αυτο-θυματοποιημένη). Ακόμα και όταν (ίσως, κάποτε) κατανοούν λογικά τι θα έπρεπε να είχε κάνει η μάνα για να προστατέψει αυτά και την ίδια από τον  πατέρα, είναι σχεδόν αδύνατο να τη δουν διαφορετικά, σε επίπεδο συναισθημάτων (στα μάτια τους είναι πάντα και αυτή ένα θύμα, “τι μπορούσε να κάνει η κακομοίρα…”).

Επίσης, όχι μόνο δεν έχουν αντρικό γονεϊκό πρότυπο, αλλά, επί της ουσίας, ούτε μητρικό. Μένουν “ορφανά” και από μητέρα, γιατί η μάνα τους έγινε πλέον “αδελφή” τους. Το γονεϊκό μέτωπο θα έπρεπε να έχει και τους δύο γονείς να στέκονται “απέναντι” από τα παιδιά· όμως εδώ, η μάνα έφυγε από τη θέση της και τοποθετήθηκε πλάι τους. Επιπλέον, τα παιδιά παύουν πολύ γρήγορα να είναι πραγματικά παιδιά. Μεγαλώνουν πρόωρα, γιατί στην ουσία είναι οι καταλύτες της ισορροπίας τρόμου του πατέρα-θύτη και της μάνας-θύμα.

Αν τυχόν μάλιστα θελήσουν να μετακινηθούν από το ρόλο τους ή να κατονομάσουν αυτό που γίνεται, χαρακτηρίζονται ως υπερβολικά ή δέχονται επιπλήξεις και από τους δύο γονείς (ή μόνο από τη μάνα), γιατί καταστρέφουν την επιφανειακή οικογενειακή ισορροπία. Συνήθως, μεγαλώνοντας, όταν περιγράφουν την οικογένειά τους, την περιγράφουν ως σχέσεις με πολλή αγάπη, προστασία, “μόνο… να, πού και πού…”, μειώνοντας τη σοβαρότητα των καταστάσεων και παρουσιάζοντας τον πατέρα ως έναν ακούραστο κουβαλητή – “γι’ αυτό και είναι λίγο νευρικός”.

***Το κόστος των παιδιών.

Το τίμημα για να διατηρηθεί η οικογενειακή τάξη (επί της ουσίας, η εξαρτητική σχέση και οι Σκιές των γονιών) είναι τεράστιο για τα παιδιά. Φέρουν μέσα τους τεράστια φορτία ανομολόγητων συναισθημάτων οργής, θλίψης, απογοήτευση – όψεις τους που αποθηκεύονται στις δικές τους Σκιές. Αργότερα, μπορεί να μοιάσουν στον πατέρα, να φέρουν τυφλό θυμό και να εκρήγνυνται και τα ίδια με το παραμικρό, άνευ σοβαρού λόγου και αιτίας. Μπορεί να πέσουν σε κατάθλιψη, αδράνεια, χρήση ουσιών, παραβατικότητα. Κάποιες φορές, συγκρούονται πάρα πολύ άσχημα μεταξύ τους. Συνήθως, όταν ένα παιδί κάποια στιγμή αντιτίθεται στους γονείς, το άλλο τους υπερασπίζεται, ασφυκτιώντας και αγνοώντας ότι η στάση του εκφράζει περισσότερο την ανάγκη των γονιών και όχι το ίδιο.

Αυτή η εξέλιξη βέβαια, δεν εγγυάται καθόλου πως, το παιδί που αντιτίθεται, σώζεται, αφού ακόμη και να βγει από τον φαύλο κύκλο, βγαίνει ανάπηρο και χωρίς εφόδια στη ζωή. Συχνά, τα παιδιά που εγκλωβίζονται σε παρόμοια σχεσιακά πλέγματα εμπλέκονται από μικρές ηλικίες σε οικογενειακές επιχειρήσεις, έτσι ώστε, όταν μεγαλώσουν, να μη διαταραχτεί ο καταλυτικός τους ρόλος στην ενήλικη πλέον σκηνή του δράματος.

***Παραλλαγές.

Είναι πιστεύω ευνόητο ότι οι παραλλαγές του παραπάνω ενδεικτικού σχήματος είναι πάμπολλες. Ας υποθέσουμε ότι ένα από τα παιδιά (συνήθως η κόρη) διαμαρτύρεται για όλα αυτά και δέχεται κι αυτή βία, έντονη και παράλογη (όταν ο πατέρας δεν περιορίζεται στις φωνές, αλλά χτυπά τη μάνα). Το αγόρι (ή το άλλο κορίτσι) που σιωπά και μένει τρομοκρατημένος θεατής των όσων παθαίνει ο αδελφός ή η αδελφή του, υφίσταται εμμέσως ένα κατ’ εξακολούθησιν τραύμα. Θα γίνει πιθανότατα ένας παραλυμένος άβουλος ενήλικας, που ζει σε ένα διαρκές καθεστώς απροσδιόριστου και αόρατου τρόμου, αδυνατώντας να συνδέσει το συνεχές, διαβρωτικό αίσθημα φόβου της ενήλικης ζωής του με τη συμπεριφορά του πατέρα.

Ή, σε μία ακόμα παραλλαγή, ας υποθέσουμε ότι ο πατέρας είναι σχετικά ήσυχος και όχι βίαιος, αλλά “απατά” διαρκώς και συστηματικά τη μάνα – όλοι το ξέρουν, αλλά κανείς δεν μιλά κοκ. Γενικότερα, υπάρχουν πάρα πολλά σενάρια, στα οποία η μάνα θυματοποιείται και ο πατέρας γίνεται θύτης και, σε όλα, παρασύρουν περισσότερο ή λιγότερο λόγω της δικής τους νοσηρής σχέσης, τα παιδιά· τα παρασύρουν στη χαίνουσα μαύρη τρύπα στην οποία αργοσαλεύει η χρόνια πληγή με τις Σκιές του πλέγματος των σχέσεων του οικογενειακού συστήματος.

 

 

 

40.β “Μοντέλο” 2ο: η Η μητέρα μέγαιρα και ο άγιος πατέρας

Στο δεύτερο αυτό μοντέλο αλληλεξάρτησης, εμφανίζεται και πάλι το σκηνικό ενός οικογενειακού πλέγματος σχέσεων, μόνο που η διανομή των ρόλων είναι διαφορετική – πάντα όμως με πρωταγωνιστή την εξαρτητική σχέση, τις Σκιές των γονιών και την ανθρωποθυσία των τέκνων. Στο προσκήνιο έρχεται η μάνα η οποία, για πάρα πολλούς πιθανούς λόγους, τα βάζει αγρίως με την κόρη. Εννοείται πως η ίδια η κόρη δεν είναι το πρόβλημα, αλλά απλά δέχεται την αντανάκλαση της Σκιάς της εξαρτητικής σχέσης των γονιών και των προσωπικών αδιεξόδων της μάνας. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές, με διαφορετικά κεντρικά θύματα.

***Το κορίτσι.

Η μάνα χτυπά την κόρη ή τη μειώνει διαρκώς ή την προσβάλλει ή την ταπεινώνει ή την ανταγωνίζεται – ή όλα μαζί και άλλα τόσα. Σ’ αυτήν την περίπτωση, η φυσική βία, όταν υπάρχει, είναι συνήθως πολύ έντονη. Όμως συχνά, η μάνα ακολουθεί και την αντίθετη μέθοδο, για να πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα. Χρησιμοποιεί ως πρόφαση την προστασία και το ενδιαφέρον και ουσιαστικά φυλακίζει την κόρη. Ελέγχει ασφυκτικά την κάθε στιγμή της ζωής της, την εξετάζει στα μαθήματά της κοκ.

Ο πατέρας; Συνήθως δουλεύει πολύ, πάρα πολύ και λείπει διαρκώς από το σπίτι. Όλα δε συμβαίνουν κατά την απουσία του. Αντιλαμβάνεται πως κάτι τρέχει, αλλά δεν λέει και δεν κάνει τίποτα. Θυσιάζει την κόρη ως σφάγιο, προκειμένου να εξευμενίζει τη σύζυγο και να διατηρεί τις ιδιωτικές τους ανομολόγητες ισορροπίες. Ποιος να ξέρει τι πληρώνει η κόρη σε κάθε περίπτωση τέτοιας τοξικότητας…

Η κόρη, για να επιβιώσει (για να σφραγίσει τη δική της πλέον Σκιά), συνήθως εξιδανικεύει τον απόντα πατέρα. Τον φτιάχνει στα μάτια της έναν καλό, γλυκό και ήρεμο άνθρωπο (“είναι τελείως διαφορετικός από τη μάνα μου, το άλλο άκρο”) – ο οποίος όμως, δυστυχώς, λόγω δουλειάς, λείπει διαρκώς…

Συχνά, στη φαντασία της κόρης, η σχέση με τον πατέρα της είναι τέλεια. Μόνο που για κάποιο άλλο μάτι, υπάρχει ένα μελανό σημείο, στο οποίο η κόρη δεν δίνει καμία απολύτως σημασία: στην ουσία, η σχέση αυτή δεν υφίσταται… (ο πατέρας αυτός, αν και εν ζωή, θυμίζει λίγο τον εξιδανικευμένο πεθαμένο πατέρα της Σταχτοπούτας). Ποτέ δεν μιλούν για τίποτα, σπάνια συναντιούνται· κι όμως, η εξιδανικευμένη αυτή φιγούρα γίνεται η παρηγοριά και το αποκούμπι του κοριτσιού, για να αντέχει τον κανιβαλισμό της μάνας.

Ακόμα και αν τύχει αργότερα η κόρη να δουλέψει με την ανάπτυξη της επίγνωσής της, είναι σχεδόν αδύνατο να αναγνωρίσει την ίση ευθύνη του πατέρα (ανάλογα με τη δυναμική του προηγούμενου παραδείγματος, με τη μάνα που παραμένει αιωνίως θύμα στα μάτια των παιδιών). Η κόρη έχει μάθει πλέον να χρειάζεται απαραιτήτως στη ζωή της μία φανταστική, ιδανική φιγούρα, χωρίς καν να διανοείται πως αυτή η φιγούρα, αντί να στέκεται στο θρόνο της, θα έπρεπε να κατέβει και να τη σώσει από τα δόντια της μάνας!

***Το αγόρι.

Σε άλλες εκδοχές του βασικού σεναρίου, όταν πρόκειται για αγόρι, η μάνα επιτίθεται συνήθως έμμεσα, επικρίνοντας ασταμάτητα τον γιο για την ανεπάρκειά του. Και όταν δεν τον επικρίνει φανερά, για όλα υπάρχει η φράση “μπορούσες και καλύτερα”. Η ανεπάρκεια του γιου βέβαια, εντοπίζεται στο ότι δεν είναι (ασχέτως αν εκ των πραγμάτων δεν μπορεί ποτέ να γίνει) καλός σύζυγος, στη θέση του ουσιαστικά απόντος ή ανεπιθύμητου συζύγου.

Η μάνα δεν αναθέτει στον γιο μόνο το καθήκον της αντικατάστασης, ώστε να γεμίσει με νόημα η μάταιη ζωή της· τον χρησιμοποιεί επίσης ως όργανο επίθεσης στον πατέρα, με τον οποίο είναι εξοργισμένη. Όταν ο γιος αποτύχει (όπως είναι φυσικό), όλο το ανομολόγητο μένος της στρέφεται στον γιο, ο οποίος γίνεται έτσι το “ενισχυτικό σκυρόδεμα” για τη Σκιά, τόσο της μάνας όσο και της σχέσης της με τον πατέρα.

Επίσης, κάτι αντίστοιχο φαίνεται να ισχύει συχνά σε περιπτώσεις χηρείας ή απλώς πατέρα που είναι μπλεγμένος με εξαρτήσεις – αλκοόλ, ουσίες, τζόγος κλπ. Στην παραλλαγή αυτή, ο γιος μάλλον δεν εξιδανικεύει τόσο τον πατέρα, αν και του λείπει πολύ η συντροφιά του – περισσότερο τον νιώθει σε τεράστια απόσταση, σαν να ζει σε άλλο κόσμο. Μάλιστα, συχνά, ο πατέρας όχι μόνο δεν εμποδίζει το μακάβριο έργο της μάνας, αλλά και το υποστηρίζει διακριτικά, λέγοντας κάποιες φορές αοριστίες περί γενικών και ανούσιων κανόνων που θα έπρεπε να ακολουθεί ο γιος στις σπουδές του και στη ζωή του.

>>>>>>>>>>>>>>

 

41.β Η προβολή της γονεϊκής Σκιάς: η αυτοθυσία του γονιού,

  το υπερπροστατευμένο και “σπασμένο” παιδί, η σκυτάλη

Κάποιες φορές, η Σκιώδης δίνη που αρπάζει το παιδί, επιβάλλει τη θυσία του (και τον οριστικό αποκλεισμό του από το δικό του εσωτερικό παιδί, όταν ενηλικιωθεί). Σε τέτοιες περιπτώσεις η θυσία επιβάλλεται μέσω χειραγώγησης, που αποσκοπεί σε ψυχολογικά οφέλη των γονέων. 

Ο κεντρικός μηχανισμός χειραγώγησης έχει να κάνει με τους τρόμους του γονιού για τη ματαιότητα, το κενό και την απουσία προσωπικού νοήματος στη ζωή του. Ο γονιός, για να θωρακίσει τη Σκιά του, κάνει νόημα της ζωής του το παιδί, με πολλούς τρόπους.

 

***Η αυτοθυσία.

Σε κάποιες περιπτώσεις ο γονιός διαρκώς εκπέμπει, άμεσα ή έμμεσα, στη συχνότητα της αυτοθυσίας: “εγώ για σένα τα κάνω όλα όσα κάνω”, δίνοντας έτσι στο παιδί πλήθος πολυεπίπεδων μηνυμάτων. Πως η αυτοθυσία είναι πράξη υψηλής ηθικής αξίας – άρα δημιουργείται η υποχρέωση στο παιδί να μάθει να θυσιάζεται και το ίδιο και, όταν δεν το επιθυμεί, να πλημμυρίζει ενοχές. Πως πρέπει αιωνίως να ευγνωμονεί τον γονιό (και κατ’ επέκταση όποιον προσφέρει)· ανεξάρτητα αν ανομολόγητα, κάπου βαθιά μέσα του, νιώθει πως ο γονιός με τη θυσία του ικανοποιεί τη νοηματοδότηση της δικής του, κενής κατά τα άλλα, ζωής και παραβλέπει εντελώς άλλες, βασικές ανάγκες του παιδιού. Το παιδί οργίζεται. Νιώθει ότι ξεγελιέται, μένοντας ανικανοποίητο σε βαθύτερες ανάγκες του (όπως αναγνώριση, σεβασμός των προσωπικών του επιλογών και αναγκών κλπ)· νιώθει πως χρωστά αιωνίως στον γονιό, πως δεν πρέπει να διαψεύσει τις προσδοκίες του.

Ένα παιδί μπορεί να λυγίσει από το βάρος της γονεϊκής αυτοθυσίας και της προβολής της γονεϊκής Σκιάς· ή, απλώς δεν θα μπορέσει να παίξει ικανοποιητικά το ρόλο που απαιτεί το γονεϊκό σενάριο. Σε κάθε περίπτωση, παθαίνει πολλά. Χάνει τον δικό του δρόμο, παγώνει χωρίς ταυτότητα. Ανάλογα με το τελευταίο παράδειγμα της προηγούμενης ενότητας και προς μεγάλη έκπληξη του περιβάλλοντος που υπερτονίζει την αυτοθυσία, το παιδί μπορεί να γίνει αγνώμον, κλειστό, ένας μικροσυμφεροντολόγος που φοβάται να δώσει, ανίκανος να κάνει υπερβάσεις, αντιδραστικός σε ό,τι έχει να κάνει με προσφορά ή αποδοχή φροντίδας, χωρίς οράματα και ενθουσιασμό.

***Η υπερπροστασία.

Σε άλλες περιπτώσεις, ο γονιός δεν προβάλλει την αυτοθυσία, αλλά γίνεται υπερπροστατευτικός και εκπέμπει άλλη σωρεία εξίσου καταστροφικών μηνυμάτων.

Ας πάρουμε την τόσο αθώα φράση: “βάλε το παλτό σου, έξω κάνει κρύο, θα αρρωστήσεις…”. Συνήθως είναι όντως μία έκφραση φροντίδας. Όμως, αναλόγως το φόντο στο οποίο λέγεται, μπορεί (πάντα κατά περίσταση και όχι κατά κανόνα) να σημαίνει και ένα σωρό άλλα πράγματα. Εγώ ξέρω ότι έξω κάνει κρύο, ενώ εσύ δεν ξέρεις – γιατί δεν είσαι σε θέση ή ικανός να ξέρεις (ή να εκτιμάς τις καταστάσεις). Επιπλέον, εγώ ξέρω και πόσο κρύο κάνει, ενώ εσύ όχι. Εγώ ξέρω ότι τέτοιο κρύο χρειάζεται παλτό, ενώ εσύ είσαι ανίκανος να ορίσεις πώς θα προστατέψεις τον εαυτό σου. Εγώ ξέρω ότι όλα όσα λέω είναι σωστά (ενώ εσύ δεν μπορείς να ξέρεις το σωστό – γιατί είσαι μικρός και ανίκανος), άρα, αν δεν με ακούσεις, θα αρρωστήσεις. Και τα αποσιωπητικά μπορούν να γεμίσουν με ένα σωρό τρόπους, όπως “κι αν αρρωστήσεις, πάλι εγώ θα τρέχω να σε φροντίζω” κοκ.

Το υπερπροστατευμένο παιδί, αν δεν καταστραφεί ταυτιζόμενο με την ευθραυστότητα που ζητά ο δικός του πρωταγωνιστικός ρόλος κατά τη διανομή ρόλων του “σκηνοθέτη” γονιού, μπορεί να μείνει πάλι χωρίς τη δική του ταυτότητα. Μπορεί να αναπτύξει υπερβολικά όποιες όψεις εαυτού έκλεισε ο γονιός στη δική του Σκιά: να γίνει ένας ενήλικας αδιάφορος, σκληρός, εγωιστής, σνομπ, επιθετικός, είρων, να συγχέει ανεπανόρθωτα τη φροντίδα με την παραβίαση.

***Το πέρασμα της σκυτάλης.

Όταν λοιπόν το παιδί σύρεται σε παιχνίδια παντελώς ακατανόητα για το ίδιο, ο τρόμος, η θλίψη, η απογοήτευση ή ο θυμός είναι σαρωτικά. Όμως, όχι μόνο δεν μπορεί να αναγνωρίσει τα συναισθήματά του, αλλά δεν έχει και πού να καταφύγει. Ο κόσμος του όλος είναι το στενό του περιβάλλον. Από την άλλη πλευρά, οι όψεις του εαυτού του που φέρουν αυτά τα συναισθήματα και την επιθυμία αντίστασης στην έλξη της οικογενειακής μαύρης τρύπας, είναι απειλητικές.

Η λύση για την επιβίωση είναι η Σκιά, όπου αποθηκεύονται οι όψεις του παιδιού με αυτά τα ασφυκτικά συναισθήματα. Όταν μάλιστα η δική του Σκιά γίνει και αυτή τεράστια και παγωμένη, τότε έχουμε μπροστά μας έτοιμο, άριστα σφυρηλατημένο, τον πρωταγωνιστή μελλοντικών δραμάτων, που έχει πλέον παραλάβει την οικογενειακή σκυτάλη: τον θύτη ή το αυτο-θυματοποιημένο θύμα.

Ο καλά εκπαιδευμένος αυτός πρωταγωνιστής ενός μελλοντικού δράματος που δεν έχει ακόμα γραφτεί και παιχτεί, γνωρίζει καλά πώς να το γράψει. Για να διαχειριστεί τη δυσλειτουργική σχέση με τη δική του Σκιά, θα βρει κάποιον με συμπληρωματική δυναμική Σκιάς. Μαζί του, μέσω επαναλαμβανόμενων σεναρίων, αμοιβαίων προβολών και δεσμευτικής αλληλεξάρτησης, θα διαιωνίζουν ο ένας την κατάλληλα στρεβλωμένη εικόνα του Άλλου· άλλοτε ως νεράιδα που επιτέλους λύνει τα ξόρκια και άλλοτε ως κακόβουλου και ανίκανου συνεργάτη, ο οποίος θα καλείται να “σπάσει” την οχύρωση της Σκιάς (βλ. 38, 39).

Ωστόσο, στην ουσία, σε κάθε επανάληψη του σεναρίου, θα αναπαράγει ως ενήλικας την ίδια απέραντη και αβάσταχτη ερημιά που βίωνε ως παιδί. Θα εξακολουθεί να βλέπει τον κόσμο με τον περιορισμό της όρασης του παιδιού· θα εξακολουθεί να μη βλέπει καμία δυνατότητα διαφυγής ή αλλαγής, παρά μόνο την ενίσχυση του τείχους της Σκιάς και την προβολή της σε άλλους ανθρώπους, μέσω αμοιβαίων και σιωπηρών συμφωνιών. Θα μεταδίδει με τη σειρά του τη μόλυνση από γενιά σε γενιά, καλυμμένη πίσω από τις ψευδαισθήσεις που αφειδώς μοιράζει ο σύγχρονος νεοφιλελευθερισμός των κοινωνικών μας δομών.

>>>>>>>>>>>>>>>

 

 

44 Η Σκιά, το “λάθος”, η “εξήγηση” και ο έλεγχος, το εσωτερικό παιδί που πάντα σφάλλει

Στην προηγούμενη ενότητα, είδαμε ότι η αίσθηση του “λάθους” ριζώνει μέσα μας από πολύ νωρίς. Από τη μία μεριά, είναι μία συνέπεια της “εντολής” που δίνει άτυπα ο γονιός στο παιδί, αναθέτοντάς του το καθήκον να μην τον στεναχωρεί. Από την άλλη μεριά, είναι και μία φυσική συνέπεια της ανάπτυξης του παιδιού σε έναν δύσκολο κόσμο ενηλίκων, με κανόνες ενηλίκων – έναν κόσμο που δεν είναι φτιαγμένος για παιδιά.

Πράγματι, όπως ήδη σημείωσα παραπάνω, ένα παιδί νιώθει πολύ εύκολα ότι “εγώ φταίω που έγινε αυτό” – ο ενήλικας είναι ο θεός και αποκλείεται να έχει άδικο (βλ. 43). Εξάλλου, το περιβάλλον συνήθως φροντίζει καλά να μας διδάξει ότι ως παιδιά απαγορεύεται να εκφράζουμε φόβο και ανασφάλεια μπροστά στο άγνωστο της ζωής, ότι πρέπει να είμαστε “ώριμα” και “καλά” παιδιά και πρέπει να μάθουμε να θέλουμε ό,τι αρέσει στο περιβάλλον. Κι όταν εμείς βομβαρδιζόμαστε από ανάγκες και επιθυμίες ασύμβατες με το “σωστό”, νιώθουμε ότι κάτι “χάνουμε”· ότι κάτι μας διαφεύγει, ότι κάπου χάσαμε τον έλεγχο μπροστά σε κάτι που ήταν ούτως ή άλλως αδύνατον να ελέγξουμε – αλλά “θα έπρεπε” να μπορούμε να ελέγχουμε.

Οι άνθρωποι αναζητούμε απεγνωσμένα νόημα, λογική, αιτίες στα πράγματα, γιατί το σύμπαν έχει την κακή συνήθεια συχνά να αυθαιρετεί και να μην μας υπολογίζει. Η ανάγκη της εξήγησης μεγαλώνει όσο πιο ασύνδετα και απρόσμενα φαντάζουν τα γεγονότα της ζωής μας – όπως συμβαίνει όταν ξαφνικά βρισκόμαστε εν μέσω δυσκολιών λόγω δυσμενών εξελίξεων σε μεγάλες κλίμακες γεγονότων (πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις, φυσικές καταστροφές, ατυχήματα κλπ). Σε κάθε περίπτωση, για τον ενήλικα, η “εξήγηση” είναι ένα είδος ελέγχου στα πράγματα: όταν καταλαβαίνω κάτι με τον νου μου, όταν το “εξηγώ”, έχω την ψευδαίσθηση ότι το ελέγχω. Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας, είναι εύκολο να εξιδανικευτεί ο έλεγχος, η πειθαρχία, η πόλωση ανάμεσα στο σωστό και το λάθος των επιλογών μας.

Οι υπαρξιακές ρίζες του λάθους και της συνεπακόλουθης ενοχής μας ως παιδιά, συγκροτούν μία αίσθηση που μπορεί να απλώσει, να ανοίξει και να μας βασανίζει τρομερά σε όλη την υπόλοιπη ζωή μας. Έτσι, όταν ως ενήλικες βλέπουμε να βγαίνουν στο προσκήνιο όψεις της Σκιάς μας οι οποίες “μας κάνουν” να ενεργούμε προκαλώντας δυσάρεστες και απρόσμενες στροφές στην πορεία και τις σχέσεις μας, είναι σαν να γινόμαστε ένοχα παιδιά· γινόμαστε φταίχτες που “αποτυγχάνουμε” γιατί κάτι μέσα μας επιμένει να διαφεύγει από τον έλεγχό μας. Είναι σαν η απρόσωπη ζωή να μετατρέπεται σε έναν γονιό που δυσαρεστείται από εμάς και την αποτυχία μας.

Όταν λοιπόν η Σκιά μας δουλεύει υπογείως διαβρώνοντας την αίσθηση του ελέγχου μας στα πράγματα και εμείς επιμένουμε να την κρατούμε μεγάλη και ακίνητη, συχνά χρειαζόμαστε να “εξηγήσουμε” αυτό που συμβαίνει, να επινοήσουμε κάποιο “αίτιο” για τον ακατανόητο αποπροσανατολισμό της πορείας μας και τα κενά του ορθολογισμού μας. Λες και έχουμε κάνει κάποιο μοιραίο λάθος κι εξαιτίας μας “χάλασαν” τα πράγματα: “αν ήμουν πιο τολμηρός και είχα κάνει εκείνο το τηλεφώνημα…”, “αν δεν δίσταζα να της μιλήσω…”, “αν ήμουν πιο συγκρατημένος…”, “αν σε είχα προλάβει πριν…”, “αν δεν είχα χάσει το τρένο…”, “α! τότε δεν έπρεπε να είχα κάνει αυτό….”, “το λάθος μου ήταν ότι…”, “πώς εγώ άφησα έτσι τα πράγματα να ξεφύγουν; γιατί να κάνω τόσα λάθη;”.

Κι όσο αποτυγχάνουμε να ελέγχουμε απολύτως την πορεία μας πέφτοντας στις παγίδες της Σκιάς μας (που βρίσκεται εκτός του ελέγχου μας), ΜΙΚΡΑΙΝΟΥΜΕ· σαν παιδιά, χανόμαστε σε μάταιες απόπειρες υποθέσεων για το πού σφάλλαμε, ανίκανα να ανταποκριθούν στο μέγεθος των γονεϊκών απαιτήσεων· είναι λες και το εσωτερικό μας πανάρχαιο παιδί βρίσκει ρωγμές στην ενήλικη δομή μας και ξετρυπώνει, αναστατώνοντάς μας.

Όμως, “τότε” που το εσωτερικό μας παιδί ένιωθε όπως ένιωθε και χρειαζόταν υποστήριξη, δεν ήταν δυνατόν να κάνει κάτι άλλο! Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να πούμε ότι ήξερε το “σωστό” και, επειδή ήταν “κακό παιδί”, έκανε λάθος. Για την ακρίβεια, δεν θα έπρεπε να ξέρει τίποτα απολύτως, απλώς γιατί ήταν παιδί…

Όταν στην ενήλικη ζωή μας αυτό το παγωμένο στη Σκιά μας παιδί εκδηλώνεται για λίγο από τις χαραμάδες των συνηθειών μας, εμείς συχνά το μαλώνουμε για το λάθος του. Λέγοντας όμως “θυμώνω μ’ εμένα που…”, ουσιαστικά κοβόμαστε στα δύο. Το ένα μας μισό, κάνει στο άλλο μισό ό,τι έκαναν άλλοι κάποτε σε όλη μας την ύπαρξη, ως παιδιά: απορρίπτει, επιπλήττει, δημιουργεί την αίσθηση του “φταις που υπάρχεις”.

Φυσικά το αποτέλεσμα μιας τέτοιας εσωτερικής πόλωσης είναι να “πέφτω” στα ίδια μου τα μάτια· με το ένα μου μισό να “θυμώνω μ’ εμένα” γιατί δεν τα καταφέρνω και, ταυτόχρονα, με το άλλο μου μισό να διαμαρτύρομαι και να απολογούμαι. Εν τούτοις, το να επιπλήττουμε το ένα μας μισό είναι σαν να επιπλήττουμε την παρελθοντική μας ύπαρξη – είναι πάντα σαν να μαλώνουμε ένα παιδί γιατί δεν κατέχει τη γνώση ενός ενήλικα (λες και θα όφειλε να την κατέχει).

Αυτό το μοντέλο “μη επάρκειας”, χαμηλής αυτοεικόνας και αυτοεκτίμησης, εκφράζεται με πολλούς τρόπους στις συλλογικές μας πεποιθήσεις και δοξασίες. Αρκεί να σκεφτούμε κάποια πράγματα που μερικές φορές θεωρούνται αυτονόητα. Οι θεοί (ή ο θεός) καταστρέφουν τα σπαρτά, γιατί δεν κάναμε αρκετές σπονδές και θυσίες, οι θεοί (ή ο θεός) θυμώνουν επειδή παρακούμε τις εντολές τους, μας διώχνουν από τον παράδεισό τους γιατί δαγκώσαμε το μήλο (τολμήσαμε να επιθυμήσουμε κάτι απαγορευμένο) κλπ. Μάλιστα, αυτή η ενοχή, στην υπερβολή της και κάτω από την ανάγκη μιας εξιλέωσης, ενίοτε γεννά και το αίσθημα του ότι “ΕΙΜΑΙ” ολόκληρος ένα “λάθος”, ότι “φταίω που έπαθα ό,τι έπαθα με τις επιλογές μου, γιατί τέτοιος που είμαι, αυτά μου αξίζουν να παθαίνω”.

>>>>>>>>>>>>>>>

 

50.β Σκιά και σώμα

***Οι κυματισμοί της Σκιάς στο σώμα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν μπορώ να πω “εγώ είμαι” αν δεν περιλαμβάνω σε ό,τι εννοώ και το βιωμένο σώμα μου. Οπότε, αφού μία όψη του εαυτού μας απομονωμένη στη Σκιά περικλείει όλα όσα κλήθηκα να “γίνω” σε μία περίσταση χωρίς όμως να τα εκδηλώσω, στη Σκιά υπάρχει πάντα κατά έναν τρόπο και ένα μέρος του σώματός μου· ή, διαφορετικά, το σώμα μου φέρει αποτυπωμένες επάνω του αντανακλάσεις της Σκιάς. Ό,τι και αν κάνουμε, το σώμα μας φέρει εντυπωμένες όλες τις ιστορίες μας επάνω του – ακόμα και τα κρυφά τους κεφάλαια που αποθηκεύτηκαν στη Σκιά.

Αυτές οι Σκιώδεις περιοχές του σώματός μου δεν επιδρούν έντονα μόνο στη στάση και τον σωματότυπό μου αλλά και εν γένει στο τι βιώνω και πώς από το σώμα μου όταν κινούμαι, αγγίζω ή κάνω οτιδήποτε με κάτι ή με τους άλλους. Στις σωματικές αυτές πτυχές μου που φέρουν την αντανάκλαση της Σκιάς, δεν φτάνει η επίγνωσή μου. Δεν “νιώθω” αυτήν την κάμψη στον αυχένα, την κύρτωση στους ώμους, το πώς “μαζεύομαι” γύρω από την κοιλιά μου· μπορεί να τα βλέπω όλα αυτά στον καθρέφτη αν μου τα επισημάνουν, αλλά δεν “μου κάνουν” κανένα νόημα· σαν να έχει πέσει τοπικό αναισθητικό επάνω τους ή σαν κάποιες περιοχές ενός δάσους στις οποίες τα φυλλώματα γίνονται τόσο πυκνά, ώστε να μην φτάνει ο ήλιος στο έδαφος. Γι’ αυτό άλλωστε και το σώμα καθίσταται πλέον ένα όλο και περισσότερο αναγνωρισμένο πεδίο εξερεύνησης σε πολλές σύγχρονες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις.

Βέβαια, με όλα αυτά δεν εννοώ καθόλου ότι μέσω κάποιας “ερμηνείας” χαρακτηριστικών του σώματος μπορούμε να “καταλάβουμε” μία μεγάλη και δυσλειτουργική Σκιά. Απλώς, δουλεύοντας συστηματικά για να αναπτύξουμε  τη σωματική μας επίγνωση, μπορούμε να νιώθουμε όλο και βαθύτερα το ΠΩΣ μας κοστίζει η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ της Σκιάς στην πράξη της ζωής μας. Και αυτή η ευαισθητοποίηση στο κόστος μιας μεγάλης και αμετακίνητης Σκιάς, μπορεί να συμβάλλει ως κίνητρο στο να αρχίσουμε να κάνουμε κάτι για να συνδεθούμε με την ενέργεια της Σκιάς μας.

 

***Το “ηλεκτροσόκ” του χρόνου.

Ας θυμηθούμε ένα από τα παραδείγματα που σημειώσαμε (βλ. 2). Όταν θέλω να σου πω ένα εδώ και καιρό σοβαρό για μένα ζήτημα αλλά είναι σαν κάτι άγνωστο να με κρατά, στην ουσία συγκρούονται δύο χρόνοι. Στο παρόν μου, γεννιέται η ανάγκη να σου μιλήσω – κι αυτό σημαίνει ότι “καλώ” μία όψη μου να “αναλάβει” την αποστολή αυτή· οπότε, γεννιούνται κάποια συναισθήματα και κάποιες σωματικές αποκρίσεις. Ταυτόχρονα, ας υποθέσουμε ότι οι περιστάσεις του παρόντος έρχονται και συντονίζονται με κάποια παρελθοντική μου εμπειρία, σύμφωνα με την οποία το “μιλώ” σημαίνει κίνδυνο (οποιονδήποτε κίνδυνο). Αρχίζω λοιπόν να ζω το παρόν λες και είναι επανάληψη κακού για μένα παρελθόντος. Τι θα συμβεί; Επειδή σε ό,τι κάνω είμαι πάντα ολόκληρος, η ισορροπία της ολότητάς μου (του συνειδητού και μη συνειδητού μου μέρους, μαζί) θα “βγάλει” το πόρισμα “μη μιλάς” – ανεξάρτητα αν εγώ με τον συνειδητό μου νου λέω ότι “θέλω να σου μιλήσω” και δεν μπορώ να καταλάβω τι με κρατά. Η όψη που κάλεσα για να σου μιλήσω, ενώ την περιμένω, δεν έρχεται ποτέ, παραμένει στη Σκιά – κι εγώ σιωπώ.

Ωστόσο, το “δεν μιλώ” πλαισιώνεται από άλλα συναισθήματα και άλλες σωματικές αποκρίσεις από αυτές που θα συνόδευαν το “μιλώ”. Οπότε, η μετατροπή του “μιλώ” σε “δεν μιλώ”, σημαίνει μία σύγκρουση που εκφράζεται επίσης σωματικά. Αλλιώς είναι το βιωμένο σώμα μου στο “μιλώ” και αλλιώς στο “δεν μιλώ”. Είναι σαν να κάνω σκοτσέζικο ντους – από τη μία σωματική κατάσταση σε μία άλλη και ξανά πίσω κοκ. Σαν να κάνω ηλεκτροσόκ στο σώμα μου με δύο ηλεκτρόδια χρόνου: ένα από το παρόν κι ένα από το παρελθόν.

Το σώμα μου μεταμορφώνεται καθώς η δόνηση της εναλλαγής των χρόνων εγχαράσσεται επάνω του. Ταλαιπωρείται και συνταράζεται. Ο νους μου πιθανότατα δεν καταγράφει τίποτα από όλα αυτά ή, αν καταγράφει κάτι, του είναι ακατανόητο – όπως μια ανεξήγητη δόνηση της γραφίδας ενός σεισμογράφου.

>>>>>>>>>>>>>>

 

 

53.α Η νοητική “κατανόηση” της Σκιάς και η “κάθαρση”

***Η ματαιότητα της “αποκρυπτογράφησης” της Σκιάς.

Όταν νιώθουμε ότι κάτι από εμάς τους ίδιους ξεφεύγει από τον έλεγχό μας, πολλοί νομίζουν ότι αρκεί να το εξιχνιάσουμε σαν μυστήριο σε ιστορία του Σέρλοκ Χολμς ή του Ηρακλή Πουαρό. Μπορούμε δηλαδή να “σπάσουμε” το οχυρό της Σκιάς με τον νου μας και να “καταλάβουμε” τι κρύβουμε εκεί μέσα. Να το ερμηνεύσουμε και να το αναλύσουμε, προκειμένου να το ελευθερώσουμε και να απελευθερωθούμε από αυτό.

Θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα είδος παραλλαγής της διανοητικοποίησης της πίεσης της Σκιάς (βλ. 26). Η διαφορά είναι ότι εκεί, ο νους και η υπερλειτουργία της συνείδησης αποσκοπούσαν στο να φράξουν, να ξεχάσουν, να διαγράψουν τη Σκιά· εδώ, οι ίδιοι μηχανισμοί, αποσκοπούν στο να “ξεδιαλύνουν”, να αποκωδικοποιήσουν τη Σκιά.

 

Όμως, άραγε, αν κάποιος γνωρίσει με τον νου του τι είναι αυτό που αποφεύγει, αν του το πουν ή διαβάσει σε κάποιο άρθρο για όλα αυτά, αυτομάτως το ανακτά και απαλλάσσεται από τα τις αμοιβαίες προβολές και τα επαναλαμβανόμενα σενάρια; Σίγουρα όχι, γιατί η υπερβολική έμφαση στον νου και τη συνείδηση δεν μπορεί να είναι εκ των πραγμάτων αποτελεσματική – είτε  ο σκοπός της είναι η οχύρωση είτε η άλωση της Σκιάς.

Λέγοντας “εκ των πραγμάτων” εννοώ ότι, η εμπειρία εγγράφεται πάντοτε νοητικά, σωματικά και συναισθηματικά (βλ. 6). Αν λοιπόν στο τώρα απλώς κατανοήσουμε νοητικά τι συνέβη κάποτε και κλείσαμε στα υπόγεια αυτήν κι αυτήν την όψη μας (μαζί με αυτά κι αυτά τα συναισθήματα και τις αισθήσεις που τη συνόδευαν), επανεγγράφουμε μεν στο τώρα το νοητικό της μέρος, αλλά δεν μπορούμε να αγγίξουμε το συναισθηματικό – σωματικό κομμάτι της, το οποίο παραμένει όπως ήταν τον καιρό που πάγωσε.

Η “μισοτελειωμένη υπόθεση” (το συνολικό ψυχολογικό νόημα της τότε εμπειρίας) παραμένει, οπότε και οι όψεις του εαυτού μας που ήταν φυλακισμένες παραμένουν εμπράκτως καθηλωμένες στη Σκιά: το παρελθόν εξακολουθεί να επιδρά καθοριστικά στο παρόν.

***Ο μύθος της “κάθαρσης” και της “βουτιάς” στη Σκιά.

Μία εξίσου μάταιη απόπειρα να συνδεθώ με τη Σκιά μου είναι ακριβώς η αντίθετη κατεύθυνση από τη νοητική της εξιχνίαση: να επιχειρήσω να ταυτιστώ απολύτως μαζί της και να τη διορθώσω “βουτώντας” μέσα της. Το μόνο όμως που θα πετύχω με την αναβίωση των τραυμάτων μου στο παρόν είναι να με καταπιούν εντελώς, να πληγώνομαι κατ’ εξακολούθησιν ή ακόμα και να μην καταφέρω να ξεφύγω από αυτήν την ταύτιση, για τον ακόλουθο λόγο.

 

Ας υποθέσουμε ότι από τη στιγμή Ω του παρόντος μου “βουτώ” μέσω της μνήμης μου στη στιγμή Α του παρελθόντος κατά την οποία απέκλεισα κάποια όψη μου στη Σκιά· αυτό συμβαίνει μέσα από τη μοναδικότητα της στιγμής Ω. Αν επιδιώξω έναν απόλυτο συγκινησιακό συντονισμό με το παρελθόν μου, είναι σαν να παλεύω να εξαφανίσω όλα όσα σφραγίζουν τη στιγμή Ω και την κάνουν μοναδική, έτσι ώστε να γίνει πανομοιότυπη με την Α. Ωστόσο αυτό δεν μπορεί να γίνει λόγω του τρόπου με τον οποίο συντίθεται η εμπειρία μας. Το μόνο που θα καταφέρω, θα είναι κάτι τραγικό: τα μοναδικά βιωματικά στοιχεία της Ω να ΠΡΟΣΤΕΘΟΥΝ στη Σκιά μου, κι εγώ να αυταπατώμαι πως ταξίδεψα στο παρελθόν και “έλυσα” το τραύμα μου.

Είναι ένα πράγμα να ζεσταίνω και να βιώνω στο ΠΑΡΟΝ μου τα παγωμένα απειλητικά συναισθήματα του παρελθόντος, από μία βάση διαφορετική και ευρύτερη του τότε· είναι ένα άλλο πράγμα να διαλύω αυτή τη βάση του παρόντος και απλώς να ξανανοίγω μια παλιά πληγή. 

Είναι σαν να πετώ στον Καιάδα την ασφάλεια του ότι στο τώρα μου είμαι κάτι διαφορετικό και ευρύτερο από ό,τι ήμουν στο τότε μου· σαν αυτό που τώρα “είμαι” να το συρρικνώνω σε κάτι που τότε “ήμουν” – με κίνδυνο να χάσω εντελώς αυτό που τώρα “είμαι”.

Η κάθαρση λοιπόν όχι μόνο δεν είναι λειτουργική, αλλά μπορεί να αποβεί και άκρως επικίνδυνη.

Παλαιότερα, σε κάποιες μορφές ψυχοθεραπείας ή ακόμα και στο πεδίο της θεατρικής δράσης επιδιωκόταν συχνά, ως αυτοσκοπός, η βουτιά σε παρελθοντικά τραύματα και προσωπικά θέματα με τη μορφή ξεσπάσματος (“κάθαρση”, συγκινησιακή έκρηξη, αποφόρτιση). Μάλιστα, αυτό γινόταν συχνά και από ανθρώπους μη κατάλληλα εκπαιδευμένους, που θεωρούσαν “επιτυχία”, “αυθεντικότητα” ή “θεραπεία” το να βλέπουν κάποιον να σπαράζει και να σφαδάζει στα πλοκάμια περασμένων τραυμάτων του.

Στις ιδιαίτερες συνθήκες ομαδικής ψυχοθεραπευτικής δουλειάς, αναπτύσσεται εύκολα ένας ιδιαίτερος συγκινησιακός συντονισμός των συμμετεχόντων – η λεγόμενη “ενσυναίσθηση”· έτσι, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο κάποιος να παρασυρθεί από το κλίμα της ομάδας και να ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό τα συνηθισμένα του όρια, χάνοντας την αίσθηση της ταυτότητάς του στο παρόν.

Σήμερα όμως, για όλους τους παραπάνω λόγους, ξέρουμε ότι η κάθαρση ως αυτοσκοπός μιας συγκινησιακής ταύτισης με ένα τραύμα, μπορεί μόνο ζημία να κάνει. Ότι προκαλεί τον κίνδυνο να ενεργοποιηθούν ξανά οι μαύρες τρύπες παλιών τραυμάτων –  άρα δεν επιφέρει καμία ουσιαστική “ανάπτυξη” – ανάκτηση Σκιωδών περιοχών. Πρόκειται απλώς για ένα τεχνηέντως δημιουργημένο ισχυρό παροντικό βίωμα, του οποίου ο απόηχος είναι ανώφελος και μόνο πρόσκαιρος· αυτός που βιώνει την κάθαρση γρήγορα ανασυντάσσεται σε ό,τι ήταν προηγουμένως, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος διάσπασης που σημαίνει η βιαιότητα της κάθαρσης.

Άλλωστε και στον ψυχοθεραπευτικό χώρο, σήμερα, συνήθως προσδίδεται μεγάλη προσοχή σε αυτό το ζήτημα (ανεξάρτητα από το πώς η μία ή η άλλη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση ονομάζουν θεωρητικά τις παρεμβάσεις τους και τον τρόπο με τον οποίο δουλεύουν με το τραύμα).

 

 

 

 

53.β Ο καταναγκασμός της θετικής σκέψης 

Πιστεύω ότι μία ακόμη μάλλον μάταιη απόπειρα σύνδεσης με τη Σκιά μας σχετίζεται με μία ευρύτερη, πολύ διαδεδομένη και πολύ “της μόδας” σημερινή άποψη στην ψυχολογία: ότι πάντα λαμβάνουμε (“προσελκύουμε”) αυτό που σκεφτόμαστε· ότι κατά μια έννοια μέσω των λεγόμενων “σκεπτομορφών” μας (των νοητικών περιεχομένων), μαγνητίζουμε κατά έναν τρόπο ό,τι μας περιτριγυρίζει.

Αν λοιπόν αλλάξουμε αυτό που σκεφτόμαστε, θα επέμβουμε στο “πεδίο” γύρω μας και θα αλλάξουμε και τις καταστάσεις και τους ανθρώπους που έλκουμε. Ας σκεφτώ ότι θα πετύχω σε κάτι αντί ότι θα αποτύχω σ’ αυτό, και θα το “τραβήξω” επάνω μου, θα το πετύχω. Με τον ίδιο τρόπο, με “λάθος” ή αρνητικές σκέψεις αυτο-καταδικαζόμαστε σε αποτυχία – σε κάθε περίπτωση πάντως, είμαστε εμείς με τη σκέψη μας που στρώνουμε τον δρόμο μας. Άλλωστε, είναι πασίγνωστη πλέον η ιδέα ότι “αν θέλουμε κάτι πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί για να μας το δώσει”…

>>>>>>>>>>>>>>>

***Ο τρόπος σκέψης δεν είναι πανάκεια.

Όμως, όπως τόσες φορές είδαμε σε όλα τα προηγούμενα, ο νους είναι μόνο ΕΝΑ από τα ΠΟΛΛΑ ασύλληπτης πολυπλοκότητας στοιχεία του φαινομένου που λέγεται “υπάρχω” – ένα φαινόμενο ΟΛΙΣΤΙΚΟ, στο οποίο κανένα στοιχείο δεν μπορεί να θεωρηθεί διαχωρισμένο ή σπουδαιότερο από όλα τα άλλα. Έτσι, σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι οι κινήσεις μας στη ζωή ορίζονται απόλυτα από τις σκέψεις και τις αντιλήψεις μας.

Στην ενότητα 6, είδαμε ότι η εμπειρία μας είναι ΠΑΝΤΟΤΕ ένα όλον. Μία άθραυστη συμπαραγωγή του νου, του σώματος και των συναισθημάτων μας. Δεν μπορώ λοιπόν να επηρεάσω τίποτα μόνο με τη συνειδητή σκέψη μου, γιατί σκέψη χωρίς σώμα και άλλα μη συνειδητά στοιχεία ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Θα ήταν σαν ένα ρετιρέ μετέωρο, χωρίς τα από κάτω πατώματα να το στηρίζουν, σαν τη σαντιγί και τα κερασάκια μιας τούρτας χωρίς τα από κάτω τους παντεσπάνια. Αυτό που είμαι σε μη συνειδητά επίπεδα, επιδρά επίσης σ’ αυτό που σκέφτομαι – ίσως μάλιστα περισσότερο από όσο θέλω να νομίζω, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μεγάλης και ακίνητης Σκιάς.

 

Ό,τι και να κάνω στο παρόν μου για να αλλάξω κάτι που με απασχολεί από το παρελθόν μου, αν αυτό που κάνω δεν αφορά στο όλον της εμπειρίας μου, δηλαδή και στο σώμα και στο συναίσθημά μου, η σκέψη μου ΔΕΝ θα με αλλάξει. Ακριβώς επειδή η εμπειρία μας είναι ένα όλον, μπορεί με τον νου ή τη φαντασία μας να αποφασίζουμε να κάνουμε ό,τι και όπως θέλουμε· αλλά αυτό που ΤΕΛΙΚΑ θα κάνουμε, θα ορίζεται από ό,τι είμαστε ΟΛΟΚΛΗΡΟΙ, τόσο συνειδητά όσο και μη συνειδητά, ανεξάρτητα και πέρα από τον τρόπο σκέψης μας..

Μπορεί να ορκίζομαι συνειδητά, χίλιες φορές, ότι δεν θα σου τηλεφωνήσω ξανά ή να σκέφτομαι όσο θετικά θέλω για την ανεπιτυχή μέχρι τώρα προσπάθειά μου να σε ξεπεράσω αλλά, σε κάποια ανύποπτη στιγμή, ήδη κρατώ το ακουστικό στο χέρι και σου λέω “γεια, πήρα έτσι, να δω τι κάνεις…”. Ή, έχω ήδη χάσει αρκετά από τα περιττά μου κιλά και μου φαίνεται εντελώς αδύνατον να τα ξαναπάρω – σκέφτομαι αισιόδοξα, θετικά, όλο ενθουσιασμό και ορμή· αίφνης, διαπιστώνω ότι οι διατροφικές μου συνήθειες ξαναπαίρνουν τον γνωστό τους δρόμο και τα κιλά επιστρέφουν με φόρα περισσή…

Αν θέλω κάτι στο παρόν μου και διαρκώς δεν το πετυχαίνω, είναι πολύ πιθανό να μην “φταίει” ο τρόπος σκέψης μου, αλλά απλώς να βάζει το χέρι της η Σκιά μου: η αποτυχία μου μπορεί να είναι μία προστασία για να μην εκδηλωθεί η ενέργεια θαμμένων βιωμάτων.

***Η αρνητική σκέψη ως συνέπεια και όχι ως αίτιο “αποτυχίας”.

Κάπου λοιπόν στη μη συνειδητή ζούγκλα της ψυχικής μας ζωής βρίσκεται και το βασίλειο του σιωπηλού συνεταίρου μας στη ζωή, της Σκιάς μας, η οποία μπορεί να συμμετέχει καθοριστικά στις επιτυχίες και αποτυχίες μας. Ας πούμε, σε ένα παρελθόν μου θέλησα να διεκδικήσω διάφορα πράγματα, αλλά το περιβάλλον με συνέτριψε και με γέμισε φόβο· οπότε, ίσως γίνομαι στο παρόν διστακτικός και φοβισμένος, θέλω να χυμήξω στα πράγματα, θέλω να διεκδικήσω, αλλά συνήθως ήδη αποτυγχάνω ξεκινώντας. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο γιατί σκέφτομαι “αρνητικά”. Συμβαίνει και γιατί δεν είναι διαθέσιμες οι ορμητικές όψεις του εαυτού μου – είναι ναρκωμένες στη Σκιά μου.

Οι αρνητικές σκέψεις είναι μόνον η επιφάνεια· είναι ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ και ΟΧΙ ΑΙΤΙΑ των “αποτυχιών” μου, γιατί αυτές παράγονται από βαθιές διαδικασίες, ΠΟΛΥ ΠΡΙΝ ό,τι κάνω πάρει σχήμα στον νου μου.

Βέβαια, όπως σημειώθηκε παραπάνω, είναι σίγουρο πως τα ευχάριστα συναισθήματα που παράγει η θετική σκέψη (λόγω των χημικών ουσιών που εκκρίνονται στο σώμα μας), είναι ευεργετικά. Αλλά αν η θετική σκέψη μας βοηθά, χίλιες φορές περισσότερο μας βοηθά το να δώσουμε διέξοδο στο παρόν μας σε ένα χρωστούμενο κλάμα, μια κραυγή, το χτυποκάρδι ενός αδρανοποιημένου φόβου ή τη δόνηση ενός αποκλεισμένου θυμού. (Αρκεί βέβαια να μην ξεχνούμε ότι σε όλα αυτά τα “χρωστούμενα” δίνουμε διέξοδο από ένα ισχυρό και ασφαλές παρόν και όχι μέσω της κάθαρσης – βλ. 53α).

Όταν δίνουμε διέξοδο από το παρόν μας σε μία αποκλεισμένη στη Σκιά όψη μας, η απελευθέρωση της ενέργειας που ξοδεύαμε για να την κρατούμε ακινητοποιημένη στη Σκιά μας, φέρνει στο προσκήνιο την ισχύ της ολότητάς μας. Αντίθετα, όταν εστιάζομαι μόνο στο νου μου και με παραβιάζω μέσω της καταναγκαστικής θετικής σκέψης, είναι σαν να αποκόπτω τον νου μου από το σώμα και το συναίσθημά μου, σαν να ευνουχίζω αυτό που είμαι ολόκληρος και να σπρώχνω το εσωτερικό μου παιδί ακόμα βαθύτερα στα λαγούμια της Σκιάς μου.

Αντί λοιπόν να κοιτιέμαι κάθε πρωί στον καθρέφτη και να βιάζω ένα χαμόγελο στο είδωλό μου ή να λέω πόσο δυνατός είμαι και ότι θα πετύχω αυτό που θέλω μόνο και μόνο γιατί το θέλω ή γιατί θα με βοηθήσει το σύμπαν, ας δοκιμάσω και κάτι άλλο. Ας δοκιμάσω να σκύψω ευλαβικά, με τρυφερότητα, να γνωρίσω πώς επιδρά σε ολόκληρον εμένα το παρελθοντικό μου βίωμα· ας κάνω χώρο στον παρελθοντικό μου πόνο, ας αγκαλιάσω το εσωτερικό μου παιδί ζωντανεύοντας τα παγωμένα του συναισθήματα.

 

Άλλωστε, αν ήταν αλλιώς τα πράγματα και η θετική σκέψη ήταν μαγικό ραβδάκι, θα ήταν αφάνταστα πιο εύκολη η απαλλαγή από τις εξαρτήσεις μας, είτε αυτές έχουν να κάνουν με ουσίες, τζόγο, αλκοόλ, διαδίκτυο ή με ένα καταστροφικά εξαρτητικό ερωτικό πάθος. Τελικά, η θετική σκέψη φαίνεται να είναι μάλλον η αποδοχή αυτού που είμαι, παρά η επιμονή μου να με δω χαρούμενο και αισιόδοξο.

 

 

58 Το εσωτερικό μας παιδί, η παγίδα της “συγχώρεσης” και η αναπόφευκτη συνάντηση με τον αρχαίο θυμό

***Το οργισμένο παιδί.

Η περίπτωση της Σκιά ενός παιδιού το οποίο έλαβε την καυτή σκυτάλη της οικογενειακής τοξικότητας (βλ. 40-43), έχει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο. Το παιδί αυτό, όταν γίνει ενήλικας, θα φέρει μέσα του ένα εσωτερικό παιδί το οποίο κάποτε θρυμματίστηκε και έμεινε ακίνητο, μη μπορώντας να συγκολλήσει τα κομμάτια του. Το εσωτερικό αυτό παιδί, όταν κάποτε αποχώρησε εντός της Σκιάς, εκτός από οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα, είχε και έναν φυσιολογικότατο θυμό – ανεξάρτητα αν δεν μπορούσε ούτε να τον αναγνωρίσει ούτε να τον εκφράσει. Έναν θυμό για την αθέτηση του εκ φύσεως ισχύοντος άτυπου συμβολαίου της ζωής, το οποίο έλεγε ότι ο γονιός οφείλει να είναι παρών, να αποδέχεται και να φροντίζει. Σε μικρή ηλικία, τότε, το παιδί δεν είχε καμία εξουσία σε κανέναν για να εκφράσει αυτόν τον θυμό (μόνο τα παιχνίδια του μπορούσε να σπάσει ή να βασανίσει ζώα και πιο αδύναμους συνομηλίκους του). Κάτω από το δέρμα του ενήλικα όμως, μπορεί να έχει εξουσία· ας πούμε, ως γονιός μπορεί να σπάσει σαν κούκλες τα δικά του παιδιά, όπως κάποτε έσπαζε τα παιχνίδια του…. και η μόλυνση συνεχίζεται, στα “προσεχώς”.

Το ευαίσθητο σημείο αυτής της περίπτωσης Σκιάς, είναι το ακόλουθο. Είδαμε ότι οποιαδήποτε αναφορά στο εσωτερικό παιδί είναι απολύτως φυσικό να προκαλεί κυρίως συναισθήματα λύπης, μια γλυκόπικρη νοσταλγία (βλ. 10). Ωστόσο, υπογραμμίζω και πάλι ότι, προσωπικά, θεωρώ ελλιπή κάθε απόπειρα δουλειάς με το εσωτερικό παιδί, η οποία εστιάζεται αποκλειστικά και ΜΟΝΟ σε αυτά τα γλυκόπικρα νοσταλγικά συναισθήματα και παραμελεί τον θυμό του.

Δυστυχώς, κάτι τέτοιο συμβαίνει κατά τη γνώμη μου, συχνότατα, σε διάφορες προσεγγίσεις αυτού του θέματος, οι οποίες μάλιστα (επίσης συχνά), εστιάζονται σε παρεξηγημένες διαστάσεις της έννοιας της “συγχώρεσης”: “αν συγχωρέσω τους θύτες μου γλιτώνω από τις πληγές που μου έκαναν”. Δεν είναι σπάνιο να βλέπουμε σε εικόνες αναγγελίας τέτοιων εργαστηρίων αυτογνωσίας, το εσωτερικό παιδί σαν μία αγγελική θλιμμένη φιγούρα μέσα σε μία εν γένει ατμόσφαιρα σαν διάχυτο θείο φως, το οποίο γεννιέται από τη συνάντησή μας μαζί του και το αγκάλιασμα του τότε πόνου.

Δεν διαφωνώ καθόλου ότι αυτή είναι όντως μία διάσταση του εσωτερικού μας παιδιού. Όμως, μία άλλη όψη του, λέει οργισμένα: “δεν με νοιάζει, δεν υπάρχουν δικαιολογίες, ας πρόσεχαν να μη με κάνουν – από τη στιγμή που μ’ έκαναν, ΟΦΕΙΛΑΝ να ξέρουν πώς να βλέπουν τι είμαι και τι χρειάζομαι”. Το εσωτερικό μας παιδί είναι μεν θλιμμένο κι έρημο, όμως ταυτόχρονα είναι ΚΑΙ θυμωμένο, πολύ θυμωμένο… Και ως ενήλικας, με τη δυνατότητα εξουσίας, αν δεν έχει συναντήσει αυτόν τον θυμό και δεν έχει πάρει την ευθύνη του, μπορεί να τον στρέψει τυφλά γύρω του, όπου βρει κάποιον πιο αδύναμο. Μόνο που τώρα, όπως ήδη είπαμε, αντί να σπάζει παιχνίδια, μπορεί να σπάζει τα δικά του παιδιά…

Οπότε, οποιαδήποτε ουσιαστική δουλειά για τη συνάντηση με το εσωτερικό μας παιδί, δεν περιλαμβάνει μόνο τη συνάντηση με τη θλίψη και την ερημιά του που ίσως ξεχυθούν από τις ρωγμές της Σκιάς, αλλά εξίσου με τον θυμό του.

***Οι απαιτήσεις της συνάντησης με το εσωτερικό μας παιδί.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει καθόλου ότι κάποιος βάζει βόμβες γύρω του, στο παρόν του, λόγω του παρελθοντικού υπαρξιακού θυμού του. Στην ενότητα 21, σημείωσα εμφατικά ότι, ναι μεν δεν είμαστε υπεύθυνοι για τη γέννηση των συναισθημάτων μας, αλλά είμαστε απολύτως υπεύθυνοι για ΤΟ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ μ’ αυτά. Ούτως ή άλλως δεν μπορούμε από το παρόν να γιατρέψουμε κανένα παρελθόν· μπορούμε μόνο να το πλαισιώσουμε προσδίδοντάς του ένα νέο νόημα (αυτή είναι και η έννοια της “αποδοχής”), γιατί έχουμε γίνει κάτι περισσότερο, κάτι άλλο από αυτό που κάποτε ήμασταν. 

Ωστόσο, “πλαισιώνω” κάτι παλιό που ξεπηδά από την οχύρωση της Σκιάς μου, σημαίνει να αγκαλιάσω μεν κάτι ολόκληρο (μαζί με τον τότε πόνο μου να γευτώ και τον τότε θυμό μου), αλλά ΕΠΙΣΗΣ και να μάθω να το ΧΩΡΩ στο παρόν μου.

Η αποδοχή του τότε θυμού μου είναι η αποδοχή ενός συναισθήματος που έτσι κι αλλιώς υπάρχει μέσα μου και δεν μιλά τη γλώσσα της λογικής, των συλλογισμών και των περίπλοκων ερμηνειών μου ως ενήλικας· εκεί κάτω, στο “ισόγειο” της ύπαρξής μου, ένα κι ένα κάνουν πάντα δύο κι όλα τ’ άλλα είναι αδιάφορα. Εν τούτοις, ως ενήλικας, δεν ζω μόνο στο ισόγειο· ανέπτυξα συνείδηση και νου, ικανότητα να επεξεργάζομαι τα πράγματα πολύ συνθετότερα από ένα παιδί – ζω επίσης στο ρετιρέ και, εκεί επάνω, αν μιλήσω τη γλώσσα του ισογείου και ταυτιστώ μονίμως με τον θυμό μου, θα διαλύσω τα πάντα.

Όσο έχουμε ήδη σημειώσει, άλλο αποδέχομαι και αναγνωρίζω και άλλο παραμένω μεταμορφωμένος σε αυτό που αναγνωρίζω. Τότε, παύω και να το αποδέχομαι, γιατί η αποδοχή δεν είναι ο αφανισμός μου και προϋποθέτει πάντα τη θέαση αυτού που αποδέχομαι από μία άλλη, τρίτη θέση: του παρόντος μου.

Η σύνδεση λοιπόν με την ενέργεια της Σκιάς μου θέλει εξάσκηση. Πολλή εξάσκηση, γιατί σημαίνει ότι ενορχηστρώνω την κίνησή μου σε όλα τα πατώματα της ύπαρξής μου, από το ρετιρέ ώς το ισόγειο και αντίστροφα.

Όπως είναι μάταιο να επιχειρηματολογώ λογικά με το εσωτερικό μου παιδί για να το πείσω να “συγχωρέσει” και να ξεχάσει τον θυμό του αλλά απλά το αγκαλιάζω, άλλο τόσο είναι μάταιο το να αφήνω να με κατακλύσουν τα συναισθήματά του μετατρέποντας πλήρως το τώρα μου σε ένα τότε.

Όταν συναντιέμαι με το εσωτερικό μου παιδί είμαι δυο πράγματα ταυτόχρονα, και παιδί και ενήλικας. Το ότι μιλώ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ και τις δύο αυτές γλώσσες: (α) προστατεύει το τώρα μου από αυτό που θα συνέβαινε αν ένας αρχαίος θυμός γινόταν τωρινό όπλο στα χέρια ενός ενήλικα, αλλά και (β) εμποδίζει τη Σκιά μου να με καταπιεί.

__________________________

86.{Χωρίς αμφιβολία, η εκμετάλλευση των παιδιών γίνεται πια με το γάντι: αυτή η αρχαία τέχνη εγκατέλειψε τίς φτωχογειτονιές καί ανέβηκε στην πασαρέλα. “Αυτή είναι η μικρή μας πριγκίπισσα”, λέει χαμογελώντας ο πατέρας της 5χρονης κατάξανθης Κάπριλ Τσάμπιον, η οποία μπροστά στο φωτογραφικό φακό, υγραίνει με τη γλώσσα τα χείλη της σαν επαγγελματίας. Ύστερα, η κ. Τσάμπιον μας εμπιστεύεται: “Σαν μωρό η Κάπριλ ήταν πολύ άσχημη. Ο άντρας μου απέφευγε να έχει τη φωτογραφία της μαζί του. Έτσι της έκαναν περμανάντ από μικρή”. Κι έτσι πληροφορούμαστε για μία ακόμη φορά ότι το εμπόριο της παιδικής σάρκας είναι μια καλή επένδυση (ακόμα κι όταν ανθίζει σε περιοχές πού δεν ελέγχονται απ’ τον Εισαγγελέα) [..] Η τιμωρία των παιδιών με τη χρήση βίας ήταν συχνά το θέμα επίσημων περιοδικών τής Βικτωριανής περιόδου. Ο εκδότης ενός τέτοιου εντύπου κυκλοφόρησε σε βιβλίο ένα απάνθισμα επιστολών πού υπογράφονταν από ευφάνταστες μαμάδες τής καλής κοινωνίας. [..] Ό ψυχαναλυτής θα διαπιστώσει πίσω άπ’ το μένος των φίλων της Ηθικής καί τής Οικογένειας, μια λεπτή ερωτική ίντριγκα – μείγμα λεσβιακών επιθυμιών καί σαδιστικών απωθημένων.} – (Αρανίτσης-2)

>>>>>>>>>>>>>>>

 

 

61 Τα στάδια του χορού με τη Σκιά – η δύναμη του “τόσο – όσο”

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΝΟΝΤΑΣ, ώς εδώ, φαίνεται ότι τα στάδια του χορού με τη Σκιά μας, είναι λίγο – πολύ κάπως έτσι.

***(α) Πρώτα περνούμε από την αποδοχή της Σκιάς (δεν μπορούμε πλέον να αγνοούμε την πίεσή της, γιατί νιώθουμε ότι η πορεία μας δεν υπακούει και πολύ στο τιμόνι μας).

***(β) Μετά, έχουμε την αποδοχή της ματαιότητας του να διορθώσουμε τα πράγματα· οι απόπειρες οχύρωσης της Σκιάς μας δεν χτίζουν μια καλύτερη σχέση μας μαζί της (βλ. 53 και τα Κεφάλαια Β, Γ). Δηλαδή, αρχίζουμε να “χωνεύουμε” πως δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε στον χρόνο για να διορθώσουμε οτιδήποτε και παύουμε να θεωρούμε δεδομένα τον νου ή τον ορθολογισμό μας ώς κυβερνήτες της διαδρομής μας.

***(γ) Το τελικό στάδιο είναι μάλλον να γίνουμε εμείς, οι ίδιοι, ως ενήλικες πλέον, γονείς του εσωτερικού μας παιδιού ή τουλάχιστον μεγάλα “αδέλφια” του – αρχίζουμε να γνωρίζουμε κάποιες από τις εντός Σκιάς όψεις μας επιτρέποντάς της να αλλάζει και να μετακινείται.

 

>>>>>>>>>>>>>>>

 

Post A Comment

Ένα οδοιπορικό στην ύπαρξη και τη στιγμή, στα μυστήρια της ανθρώπινης εμπειρίας και της προσωπικής πραγματικότητας, στον καθρέφτη και τις Σκιές των ματιών του Άλλου – (Το 1ο βιβλίο μου, Μάιος 2017)

On my approach PSP, for improvised embodied interaction

25 μικρά κείμενα και εικόνες για τον έρωτα, την αγάπη, τον πόθο και τη ζωή [Τετράδιο Α] – (Το 3ο βιβλίο μου, Φεβρουάριος 2018)

Δείγματα παρουσιάσεων διαφορετικής θεματολογίας, για γόνιμη ανταλλαγή πομπών – δεκτών [Σκρά 12, Θεσσαλονίκη]

Μια επίσκεψη στα άδυτα των στιγμών και των ημερών μας – (Το 2ο βιβλίο μου, Ιανουάριος 2018)

…από αυτά που θα ήθελα να είχα πει εγώ αλλά με πρόλαβαν άλλοι…

Κάποιες δραστηριότητες και συνεργασίες – αυτόνομες ή περιοδικές

Σκόρπιες σημειώσεις για μικρά και μεγάλα πράγματα και για ό,τι ξεπετιέται μέσα μου με διάφορες αφορμές

Αποσπάσματα του βιβλίου μου «Σκιά: ο σιωπηλός σύντροφος στο ταξίδι της ζωής μας»

Βίντεο με κείμενο που διαβάζεται ζωντανά, με συνοδεία μουσικής και ξενάγηση σε λεπτομέρειες των εικόνων του βιβλίου

Αποσπάσματα του βιβλίου μου «Σημιειώσεις για σένα»

Περιεχόμενα, οπισθόφυλλο, συντελεστές, ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗΣ πολλών σελλίδων

Επιλογές από το κείμενο ως σύντομες αυτόνομες αναρτήσεις

Αποσπάσματα του βιβλίου μου «Ο χορός των θαυμάτων: τα μεγάλα ταξίδια στα μικρά βήματα»

Συντελεστές, περιεχόμενα, οπισθόφυλλο, σταδιακή ανάρτηση ΟΛΩΝ των κειμένων

  • Kατηγορίες

  • Αρχείο

  • Σκιά: ο σιωπηλός σύντροφος στο ταξίδι της ζωής μας

  • Ο χορός των θαυμάτων

  • Σημειώσεις για σένα

  • Tags

  • Subscribe to my blog

  • Professional Facebook Page