ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Ό,τι ακολουθεί προστατεύεται από τη νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας.

Τα αρχεία αποτελούνται από ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ παραγράφων κάποιων ενοτήτων ενότητας και από πολύ λίγα εκ των λογοτεχνικών παραθεμάτων που βρίσκονται στο τέλος κάθε ενότητας (200 στο σύνολο).

Τα σύμβολα     >>>>>>>       αντιστοιχούν σε κείμενο που
ΔΕΝ συμπεριλαμβάνεται στην επισκόπη
ση. 

 

Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο

{ISBN: 978-618-5321-14-7}

 

***ΑΜΕΣΑ, στη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, από το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων ΡΩΜΗ
ή ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ,  ΟΠΟΥΔΗΠΟΤΕ (ταχυδρομικώς, χωρίς έξοδα αποστολής)

Τσιμισκή 16 (στοά Χρυσικοπούλου), 546 24 Θεσσαλονίκη, Τηλ.:2310227581

e-mail: kintapoglou@yahoo.gr

www.ekdosisromi.blogspot.gr

www.ekdosisromi.com

 

***από τα βιβλιοπωλεία, συνήθως κατόπιν παραγγελίας

 

***ύστερα από επικοινωνία με τον συγγραφέα

Διαλέττη 17, 54621 Θεσσαλονίκη +30-2310-262872 +30-6977-210469
 
petrosthu@gmail.com

fb: Petros Theodorou – WORKS (επαγγελματική σελίδα)

fb: Petros Theodorou (προσωπική σελίδα)

 

 

 

 

Ε.1  Σε ποιους απευθύνεται το βιβλίο

 

Όπως συνηθίζω να λέω στις εισαγωγές, όσα ακολουθούν δεν απευθύνονται στον “ειδικό”. Δηλαδή, δεν απαιτείται ΚΑΜΙΑ απολύτως προηγούμενη σχετική γνώση από τον αναγνώστη, για να κατοικήσει αυτές τις σελίδες.

>>>>>>>>>>>>>>>

Ο “απλός” άνθρωπος είναι ένα ανενδοίαστο κακούργημα των media και, για μένα, ένας όρος ρατσιστικός και απεχθής. Δεν πιστεύω στη ράτσα αυτή, γιατί κανένας άνθρωπος δεν είναι “απλός”, όπως νοείται αυτή η λέξη στη συγκεκριμένη χρήση της. Θεωρώ ότι η μαζική αγορά δημιούργησε μία αυτοεικόνα αναπηρίας στον αναγνώστη, ο οποίος μάλιστα εκπαιδεύτηκε στο να τη θεωρεί αληθινή και δική του – άρα να τη συντηρεί.

Όλοι μπορούμε θαυμάσια να “καταλάβουμε” κάτι που διαβάζουμε, αρκεί: (α) εμείς, να επιθυμούμε και να έχουμε αποφασίσει συνειδητά την ενεργητική ανάγνωση (δηλαδή να κατανοώ, να παρακολουθώ στο άπλωμά του το κείμενο που διαβάζω) και (β) αυτός ο οποίος το έγραψε, να ενδιαφερόταν να “απευθυνθεί” σε έναν συνάνθρωπό του και όχι να σαγηνέψει κάποιον fan ή θεατή του.

>>>>>>>>>>>>>>>

Έτσι, θα έλεγα ότι στο βιβλίο αυτό υπάρχουν θέματα που ΑΠΕΥΘΥΝΟΝΤΑΙ, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, σε: (α) οποιονδήποτε κοιτάζει για πάνω από τον μέσο όρο των 2.5 sec οτιδήποτε επιπλέον της κυλιόμενης οθόνης με το χρονολόγιο του facebook, (β) οποιονδήποτε χόρτασε τους λαϊκισμούς της ποπ ψυχολογίας και τα μετέωρα “φιλοσοφίζοντα” αποσπάσματα της διαδικτυακής σοφίας, (γ) οποιονδήποτε έχει τους δικούς του λόγους να εξερευνήσει όσα ακολουθούν.

 

>>>>>>>>>>>>>>>

 

1 Τι είναι η Σκιά 

Το βιβλίο αυτό έχει να κάνει με κάποια πολύ συνηθισμένα φαινόμενα της καθημερινής ζωής και των σχέσεών μας.

Συγκεκριμένα, όπως είπα και στην Εισαγωγή, πολλές φορές στη διαδρομή μας καθώς και στα συναπαντήματά μας, τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως προσδοκούσαμε ή θεωρούσαμε φυσικό να πάνε. Αυτό βέβαια, από μόνο του, δεν είναι και πολύ παράξενο. Η ζωή ξέρει καλά να σπέρνει γεγονότα χωρίς να μας ρωτά και πολλά-πολλά σχετικά με τη γνώμη και τις επιθυμίες μας…

Ωστόσο, τα πράγματα αλλάζουν όταν νιώθουμε ότι έχουμε βάλει ακούσια κι εμείς το χέρι μας για την απρόσμενη εκτροπή των γεγονότων – χωρίς καν να το θέλουμε ή να καταλαβαίνουμε πώς έγινε. Υπάρχουν φορές που ξεκινούμε θέλοντας να πάμε προς τα “εκεί”, αλλά τελικά, χωρίς καλά-καλά να καταλάβουμε πώς έγινε, βρισκόμαστε “αλλού”. Ξαφνιαζόμαστε που πιάνουμε τον ίδιο τον εαυτό μας να ενεργεί πέρα από τις προθέσεις μας. Φωνάζουμε ότι τώρα μάθαμε πια… και την επόμενη φορά όλα θα είναι διαφορετικά. Κι όμως. Έρχεται η επόμενη φορά, και πάλι τα ίδια.

Μάλιστα, συμβαίνει συχνά να αχνοφαίνονται και κάποιες κοινές γραμμές στα σχέδια των γεγονότων. Λες και βιώνουμε ξανά και ξανά ένα επαναλαμβανόμενο σενάριο.

Ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι έρχομαι για πολλοστή φορά αποφασισμένος να σου πω ότι η συμπεριφορά σου είναι απαράδεκτη· ότι δεν μπορεί να γίνεται συνέχεια αυτό που θέλεις εσύ κι ότι είμαι εξοργισμένος μαζί σου. Αντ’ αυτού,  κάνω και πάλι αυτό που θέλεις εσύ. Και όχι μόνον. Τελικά, κουρνιάζω στην αγκαλιά σου και σου χαμογελώ αμήχανα – χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνω πώς έγινε για μια ακόμη φορά να σε λατρέψω σαν παιδί αντί να σου χυμήξω.

Γενικώς υπάρχουν περιστάσεις που χωρίς κάποιον προφανή λόγο φαίνεται να ενεργούμε λες κι εμείς οι ίδιοι σαμποτάρουμε τις προθέσεις μας. Οι αποκρίσεις μας σ’ αυτό το φαινόμενο είναι πολλές, ανάλογα με το πώς το “ερμηνεύουμε”. Ας πούμε, συχνά μας αρέσει να λέμε ότι απλώς είμαστε άτυχοι. Ότι έλκουμε διαρκώς αποτυχίες (παρά τους αρχικούς ενθουσιασμούς μας), δυσάρεστα γεγονότα και δυσκολίες· ή, ανθρώπους που δεν μας αρέσουν αλλά, ανεξήγητα, δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τα δεσμά τους, ενώ δηλώνουμε ότι διακαώς το επιθυμούμε.

Κι ακόμη, συχνά ακούμε αυθαίρετες ερμηνείες άλλων. Ότι είμαστε εμείς που φταίμε. Γιατί, λέει, κάνουμε αρνητικές και απαισιόδοξες σκέψεις για τον κόσμο, εμάς τους ίδιους και τη ζωή· άρα, επηρεάζουμε δυσμενώς τις συνθήκες που διαμορφώνουν τα γεγονότα της ζωής μας (ή, το “πεδίο” γύρω μας…). Και τελικά, λένε, δεν μπορεί παρά να έλκουμε αποτυχίες και δυσκολίες γιατί η ζωή μας κι εμείς γίνονται ό,τι αρνητικό σκεφτόμαστε με το παντοδύναμο μυαλό μας…

Σε μια παραλλαγή της απόπειράς μας να “εξηγήσουμε” πώς γίνεται τα πράγματα να ξεφεύγουν από τον έλεγχό μας και τις φανερές μας προθέσεις, θεωρούμε ότι δεν “θέλουμε” με αρκετό πάθος. Ότι δεν δινόμαστε με όλο μας το είναι στο θέλω μας, ώστε να μας προσέξει το σύμπαν και να συνωμοτήσει για να φέρει τα πράγματα κατά πως εμείς επιθυμούμε.

Σε μερικές καταστάσεις λοιπόν είναι σαν να φιλοξενούμε μέσα μας έναν ξένο, ο οποίος ενίοτε παίρνει τα ηνία της συμπεριφοράς μας με αιφνιδιαστικό πραξικόπημα· έναν ξένο μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, ο οποίος αποτελεί ταυτοχρόνως τόσο ένα δικό μας κομμάτι όσο και κάτι αλλότριο και απειλητικό.

Σαν να κατοικεί κρυμμένος στις υποσημειώσεις και στα “ψιλά γράμματα” της ίδιας μας της ύπαρξης και των σχέσεών μας, κάποιος σιωπηλός συνεταίρος στους τρόπους μας να οργανώνουμε τη ζωή μας και ό,τι κάνουμε με τους άλλους ανθρώπους.

Σαν να υπάρχουν κάποιες περιοχές του προσωπικού μας κόσμου που δεν επισκεπτόμαστε ποτέ, αλλά οι άνεμοι που πνέουν από εκεί συχνά καθορίζουν ολόκληρη την πραγματικότητά μας.

Σαν ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόμαστε να εκδηλώσουμε σε ορισμένες καταστάσεις κάποιες όψεις του εαυτού μας, μυστηριωδώς δεν μπορούμε να το καταφέρουμε.

Θα έλεγα σχηματικά ότι αυτές οι “απαγορευμένες” όψεις μας είναι ένα σύνολο εν δυνάμει υπαρκτών, αλλά εμπράκτως μη διαθέσιμων δυνατοτήτων αλληλεπίδρασης με τον κόσμο. Για την περιγραφή αυτών των θαμμένων δυνατοτήτων θεωρώ, προσωπικά, όμορφο και χρήσιμο τον όρο “Σκιά”.

Η Σκιά μου είναι παρούσα όταν, με έναν τρόπο ειλικρινή και ταυτόχρονα σχιζοειδή, λέμε: “θέλω να κάνω κάτι αλλά, στην πράξη, δυσκολεύομαι από εμένα τον ίδιο και, ενώ δεν ξέρω γιατί ακριβώς με αναστέλλω, ο νους μου επιμένει ότι δεν έχω λόγο να αναστέλλομαι…”.

Αυτό δε το βιβλίο, είναι μία επίσκεψη “εκεί κάτω”, στα υπόγεια όπου σφυρηλατούνται οι Σκιές μας ως κάποιοι από τους πολλούς τρόπους να ξαφνιάζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό – ο οποίος ενίοτε φαίνεται να μας ξεφεύγει, να πηδά έξω από τον καθρέφτη, τολμώντας να χαλά το ίδιο μας το είδωλο.

>>>>>>>>>>>>>>>

 

6.α  Η συμμετοχή της Σκιάς στη διαδρομή μας μέσα από μία ολιστική αντίληψη

>>>>>>>>>>>>>>>

***Σύμφωνα με άλλες ιδέες του ολισμού, κάθε όλον είναι μία αυτόνομη οντότητα και έχει γνωρίσματα διαφορετικά από αυτά των συστατικών του. Το όλον που λέγεται “το χέρι μου” είναι κάτι αυτόνομο και δεν ισούται μόνο με το αριθμητικό άθροισμα των πέντε δακτύλων και της παλάμης μου. Ως μία αυτόνομη οντότητα, έχει τις δικές του ιδιότητες – που δεν έχει μόνη της ούτε η παλάμη ούτε τα δάχτυλά μου.

Αντίστοιχα εσύ, είσαι κάτι διαφορετικό από το αριθμητικό άθροισμα των συστατικών που σε αποτελούν. Αν δηλαδή κόψω σε κομμάτια το σώμα και το άυλο μέρος σου, τα μελετήσω και βάλω μαζί τα αποτελέσματα της μελέτης μου, αυτό που θα πάρω ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ το “εσύ” ως ολότητα. Ή, το χέρι μου δεν σχετίζεται μόνο με τον κορμό μου αλλά επίσης με το τι και πώς το κάνω μ’ αυτό: εξαρτάται από όλο μου το σώμα. Με τη λογική του ολισμού και της θεωρίας συστημάτων, τίποτα δεν θεωρείται μετέωρο. Όλα ορίζονται από τις σχέσεις τους με κάτι άλλο, όλα σχετίζονται δυναμικά (με μεταβαλλόμενες σχέσεις) και όχι στατικά μεταξύ τους.

Έτσι, το τι εμπεριέχει η Σκιά μου, όσο και αν τη θωρακίζω,  επιδρά σε ό,τι είμαι εγώ, ολόκληρος.

 

***Μία ακόμα μεγάλης σημασίας ιδέα που έχει τη ρίζα της στον ολισμό, είναι ότι καθώς όλα τα μέρη ενός συστήματος διαρκώς επιδρούν το ένα στο άλλο, είναι σαν το σύστημα κατά κάποιον τρόπο να εξερευνά από το παρόν του αυτοσχεδιαστικά, με διάφορες δοκιμές, πολλές πιθανές καταστάσεις εξέλιξης στον χρόνο. Αναζητά μία μη “προσχεδιασμένη” διάδοχη κατάσταση στην οποία να ισορροπούν όσο γίνεται πιο αρμονικά ΟΛΑ τα συστατικά του – μία ιδιότητα που λέγεται “αυτοοργάνωση”.

Η βασική ιδιότητα της αυτοοργάνωσης, είναι ο ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ· με άλλα λόγια, η εμφάνιση κάθε νέας κατάστασης ως άμεσο αποτέλεσμα της μόλις προηγούμενης, και έμμεσο όλων όσων έχουν ήδη προηγηθεί. Το τι κάνω στη στιγμή Λ είναι άμεσο αποτέλεσμα της στιγμής Κ αλλά και έμμεσο όλων των κύκλων του αλφάβητου, προς τα πίσω. Ο αυτοσχεδιασμός λοιπόν δεν είναι μόνο μία λέξη του θεάτρου, του χορού, της μουσικής, αλλά περιγράφει και τον τρόπο που προχωρά όλη μας η ζωή και οι σχέσεις μας, το πώς χτίζεται η συνηθισμένη καθημερινή μας εμπειρία, και το πώς προχωρά το ίδιο το σύμπαν. Θα έλεγα ότι ο αυτοσχεδιασμός είναι το “life style” της πραγματικότητας… 

Οπότε, καθώς προχωρούμε στη ζωή, η ύπαρξή μας διαρκώς αυτοοργανώνεται. Προχωρά αυτοσχεδιάζοντας, από τη μία στιγμή στην επόμενη, αναζητώντας ΟΛΟΚΛΗΡΗ ισορροπίες ανάμεσα σε όλα τα συστατικά της. Αυτό σημαίνει ότι στη ζωή δεν προχωρούμε μόνο με βάση τα σχέδια και τις προσδοκίες του συνειδητού μας μέρους. Ταυτόχρονα, δεχόμαστε ακατάπαυστα τις επιδράσεις της Σκιάς μας, γιατί είναι κι αυτή συστατικό μας και ανάλογα με τη σχέση μας μαζί της, επιδρά στις δυνατότητες του αυτοσχεδιασμού μας στις διάφορες καταστάσεις.

Επειδή λοιπόν διανύουμε τη χρονική μας γραμμή “παίρνοντας μαζί μας” όλα όσα μας αποτελούν, βηματίζουμε στον χρόνο πάντοτε παρέα με την αόρατη μεν αλλά υπαρκτή Σκιά μας.

 

>>>>>>>>>>>>>>>

 

10 Η Σκιά και το “εσωτερικό παιδί”

***(α) Τι είναι το εσωτερικό παιδί.

Η Σκιά, όπως θα δούμε στην ενότητα 14, αρχίζει να σχηματίζεται κατά τον πρώτο κιόλας καιρό μετά τη γέννησή μας. Από τότε κιόλας δεχόμαστε βροχή τις προσδοκίες των γονιών και εν γένει του περιβάλλοντος. Κάτω από το βάρος τους, κάποιες φορές, είναι σαν να γινόμαστε αόρατοι. Σαν να μη μας “βλέπουν”. Λες και γινόμαστε διάφανοι ως προς τις ανάγκες μας.

Τότε, νιώθουμε την ύπαρξή μας να συρρικνώνεται. Νιώθουμε ότι είμαστε ανίκανοι, ανεπαρκείς, με στρεβλωμένη αυτοεικόνα και αυτοεκτίμηση. Χάνουμε το αυταπόδεικτο δικαίωμα να καταλαμβάνουμε τον χώρο που δικαιωματικά μας ανήκει σ’ αυτήν τη γη, μόνο και μόνο γιατί μας γέννησαν. Οπότε, όποια όψη μας μαθαίνουμε επίπονα ότι δυσαρεστεί το πανίσχυρο περιβάλλον, είναι φυσικό να την απομονώνουμε στη Σκιά μας, μαζί με τα συναισθήματα που χαρακτηρίζουν αυτήν την όψη.  Έτσι, σταδιακά, είναι σαν να παγώνει στη σιωπή ένα ολόκληρο παιδικό μας κομμάτι, μία ολόκληρη παλέτα μη προσβάσιμων πλέον συναισθημάτων εκείνης της τόσο ξεχωριστής ηλικίας μας.

Στην ουσία, σύμφωνα με τη δική μου θεώρηση, ο όρος “εσωτερικό παιδί” είναι ένας τρόπος να μιλούμε για βιώματα που έμειναν μετέωρα, ανολοκλήρωτα (“μισοτελειωμένες υποθέσεις” – βλ. 2) μιας εξαιρετικά ευαίσθητης αναπτυξιακής μας περιόδου, κατά την οποία είμαστε ολοκληρωτικά εξαρτώμενοι από το περιβάλλον.

Κατά μία έννοια, το εσωτερικό παιδί είναι η “αρχαία” Σκιά που σχηματίζεται στα παιδικά μας χρόνια. Αυτό όμως δεν αναιρεί το ότι η Σκιά ΑΝΑΝΕΩΝΕΤΑΙ στην ενήλικη ζωή μας, όταν συμβαίνουν: (α) τραύματα (γεγονότα που μας φέρνουν βίαια να αγγίζουμε τον κυριολεκτικό ή ψυχολογικό θάνατο) και (β) γενικότερα, γεγονότα δύσκολα για μας, τα οποία δεν αντέχουμε (βλ. 13). Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι πιο “πρόσφατες” Σκιές μας συγχωνεύονται με τις αρχέγονες “παιδικές”.

Το εσωτερικό μας παιδί είναι σαν να έχουμε φυλακίσει κάτω από το ενήλικο δέρμα μας αισθήσεις, συναισθήματα και τάσεις συμπεριφοράς ενός φοβισμένου παιδιού· ενός παιδιού που συνίσταται από όψεις μας που υπήρξαν μη αποδεκτές από το περιβάλλον· ενός παιδιού ακινητοποιημένου στον χώρο και στον χρόνο, στα βάθη της Σκιάς μας, περιμένοντας επί ματαίω να το “δει” (αποδεχτεί) ένας εξιδανικευμένος γονιός για να λύσει σαν μάγος τον εφιάλτη του – ένας γονιός που όμως ποτέ δεν εμφανίζεται.

Κι εμείς, αν και ενήλικες, φέρουμε αυτό το παιδί μέσα μας και, όταν το παρόν συντονίζεται με το παρελθόν, παραμένουμε καθηλωμένοι μαζί του σε αιώνια αναμονή· τότε, μας κατακυριεύουν τα συναισθήματά του και κλέβει από τα χέρια μας το πηδάλιο του παροντικού χρόνου της ζωής μας.

Όταν ταυτιζόμαστε έτσι ολοκληρωτικά με το παιδί μέσα μας, παθαίνουμε πολλά. Εμπλεκόμαστε σε επαναλαμβανόμενα σενάρια ζωής (βλ. 31), συνεχίζουμε να προσδίδουμε στους άλλους τον ρόλο του “διορθωμένου” γονιού ο οποίος, επιτέλους, θα μας δεχτεί όπως είμαστε κλπ. Έτσι, ο πολύ γενικός όρος “εσωτερικό παιδί” (“inner child”) χρησιμοποιείται πολύ συχνά για να περιγράψει το περιεχόμενο αυτής της τόσο κρίσιμης “μισοτελειωμένης υπόθεσης”, η οποία έχει να κάνει με μία αρχαία και πανανθρώπινη ανάγκη όλων μας: ως παιδιά, να νιώθουμε αναγνωρίσιμοι και αποδεκτοί όπως είμαστε, χωρίς να μας κρίνουν και να μειώνουν αυτό που είμαστε.

***Το εσωτερικό παιδί και οι “λύσεις”.

Είναι πάρα πολλές οι προσεγγίσεις της επουλωτικής διαχείρισης αυτού του θέματος. Προέρχονται από πολλούς χώρους. Από την ψυχοθεραπεία, την ψυχολογία, μέχρι τον εσωτερισμό και άφθονες “ψυχολογικοφανείς” ασυναρτησίες. Άλλες προσεγγίσεις είναι σοβαρές, αξιοσέβαστες και όντως αγγίζουν υπεύθυνα το ζήτημα. Άλλες είναι απλώς μελοδραματικές ανοησίες. Άλλες είναι μία επιδερμική τόνωση ελπίδας περί δικαίωσης, άλλες μόνο πλούσιες υποσχέσεις με αρκετές πινελιές μεταφυσικής και αγγελικής ή κοσμικής προστασίας.

Τα θέματα της παιδικής ηλικίας είναι πολύ ευαίσθητα για όλους μας. Οι κανόνες της ενήλικης ζωής στις σύγχρονες καταναλωτικές μας κοινωνίες είναι απάνθρωποι, ενώ ταυτόχρονα η υπεύθυνη ενημέρωση περί προσωπικής ανάπτυξης είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Οπότε, το θέμα του εσωτερικού παιδιού γεννά συνήθως και πολύ εύκολα, ιδιαιτέρως έντονα και γλυκόπικρα συναισθήματα. Επίσης, γεννά και μια σχεδόν μεταφυσικής χροιάς ακαθόριστη νοσταλγία. Το αποτέλεσμα είναι πως υπάρχει πάρα πολύ μεγάλη ζήτηση για οτιδήποτε διάφοροι ειδικοί και μη υπόσχονται ότι θα μας φέρει σε λυτρωτική επαφή με το εσωτερικό μας παιδί.

Ωστόσο, συχνά, όταν οι προσεγγίσεις αυτές είναι επιπόλαιες και αστήριχτες, δεν βελτιώνουν τη σχέση μας με το εσωτερικό μας παιδί. Απλώς καταλήγουν σε μία αυτάρεσκη θωπεία αισθημάτων της αρχαίας μας ηλικίας· στην άσκοπη ανάδευση μιας χαμένης ευαισθησίας· σε μια ακόμη επανάληψη του μάταιου πλέον θρήνου για έναν απολεσθέντα παράδεισο και για μια ζεστή αγκαλιά γεμάτη κατανόηση και αποδοχή.

Το αποτέλεσμα σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι το εσωτερικό μας παιδί κακοποιείται περαιτέρω και κατρακυλά κάμποσα επίπεδα εξαθλίωσης παρακάτω, σε σκοτεινότερα υπόγεια της Σκιάς μας. Κι εμείς; Συνήθως, πλέοντας σε μία ροζ αυταπάτη επούλωσης των παιδικών μας πληγών σε κάποιον αορίστων διαστάσεων χώρο, χάνουμε το τωρινό μας κέντρο. Μαζί του, χάνουμε και τη γείωση στις συνθήκες της πραγματικής μας ζωής και τη μαχητικότητά μας. Οπότε, η ευαισθησία του θέματος καθιστά πολύ κόσμο εύπιστο σε “λύσεις” και κάποιες φορές, το αποτέλεσμα είναι απλώς η ενδυνάμωση της Σκιάς.

Εμείς εδώ, αμέσως παρακάτω, θα δούμε κάποιες ιδιαιτερότητες που υπάρχουν στη γνωριμία με το εσωτερικό μας παιδί· αρκετά αργότερα, αφού πρώτα γνωρίσουμε καλύτερα την έννοια της Σκιάς, του καταφύγιου που φιλοξενεί το εσωτερικό μας παιδί, θα περάσουμε και στο τι ίσως μπορούμε να κάνουμε (βλ. Κεφάλαιο Ζ).

__________________________

17.{Ύστερα πέρασαν πολλά χρόνια, η ζωή άλλαξε και μόνον εγώ επέμενα να ξεχειμωνιάζω με παλιές εφημερίδες κάτω απ’ το σακάκι μου (έτσι γνώρισα από κοντά τα γεγονότα), και καμιά φορά ήθελα να σκοτωθώ, τόσο γινόταν άξαφνα όλα όμορφα, ενώ μακριά ακουγότανε το θρόισμα της αιωνιότητας και πιο μακριά ο βήχας του πατέρα απ’ τα περασμένα…} – (Λειβαδίτης-2)

__________________________

 

>>>>>>>>>>

 

12.α Η δυστυχία των τεράτων και των παραμορφωμένων

 

Οι εντός Σκιάς όψεις μας (οι αρχαιότερες εκ των οποίων συγκροτούν το εσωτερικό μας παιδί), είναι σαν κάτι οντότητες που βλέπουμε στα θρίλερ και κατοικούν στους μύθους και τις παραδόσεις όλων των λαών, με διάφορα ονόματα. Οντότητες που παραμένουν παγιδευμένες ανάμεσα στη δική μας και κάποια άλλη διάσταση, αιώνια μετέωρες σε κάποια Ηλύσια Πεδία, σε έναν άυλο τόπο της λησμονιάς, σε κάποιο αιώνιο ουράνιο προαύλιο (Limbo), σε μια ατελείωτη αναμονή, μην μπορώντας ούτε να υλοποιηθούν στον κόσμο μας ούτε και να αναχωρήσουν για κάποια άλλη διάσταση.

Σε τέτοιες ιστορίες, αυτές οι οντότητες περιμένουν κάποια λύτρωση χωρίς να ξέρουν από τι, από ποιον και πώς. Πλανιούνται σε κάποιους τόπους που φορτίστηκαν με την ενέργεια έντονων και μεγάλων γεγονότων (στοιχειωμένα σπίτια, δάση, περιοχές εγκλημάτων, βίας ή κάποιας μαζικής σφαγής). Δηλώνουν έμμεσα την ύπαρξή τους σ’ εμάς σείοντας κάποια αντικείμενα, αναβοσβήνοντας τα φώτα, ανοιγοκλείνοντας πόρτες, ενίοτε καταστρέφοντας τυφλά, ακριβώς γιατί κάτι γυρεύουν, κάτι προσμένουν.

Θεωρώ ότι θα μπορούσαμε να αντιστοιχίσουμε τις όψεις του εαυτού μας που κλείνονται στη Σκιά, με αυτού του είδους τις οντότητες. Επίσης, θα αντιστοιχούσα την όποια δύναμη αυτών των οντοτήτων με τα συναισθήματα στον πυρήνα της ανάγκης η οποία ζήτησε και γέννησε αυτές τις όψεις – συναισθήματα που πήγαν να αναδυθούν, αλλά τελικά παρέμειναν μετέωρα σαν παγιδευμένη ενέργεια. Γι’ αυτό και τα συναισθήματα που μας προκαλούν οι ιστορίες αυτές είναι συχνά φόβος ή και φρίκη, ανάμικτα όμως με μακρινούς τόνους μιας γλυκόπικρης νοσταλγίας – ό,τι δηλαδή μας προξενεί ο σφυγμός της Σκιάς μας όταν δονεί τον τοίχο των οχυρωματικών μας έργων που την κρατούν απομονωμένη. (Ωστόσο, υπενθυμίζω ότι, πέρα από αυτές τις μεταφορές, η Σκιά δεν είναι κάποια οντότητα, δεν είναι καν κάτι αυτόβουλο, δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή· η δύναμή της είναι μόνο ζήτημα συστημικής ισορροπίας – είμαστε εμείς που βιώνουμε με τρόμο ό,τι άγνωστο νιώθουμε να υπάρχει εκεί).

Επίσης, με τη λογική αυτή μπορούμε να δούμε θαυμάσια βρικόλακες, λυκανθρώπους και διάφορα σκοτεινά πλάσματα μυθολογιών και θρύλων όλων των λαών και εποχών, ως πολωμένες, σκοτεινές όψεις εαυτού· ανεπιθύμητες εκδοχές μας, οι οποίες απειλούν όποιες άλλες όψεις του ανθρώπινου όντος θεωρούνται χρήσιμες στη συνύπαρξη και τη συλλογική ζωή – άρα στην επιβίωση του είδους.

Τέτοια σκοτεινά πλάσματα – σύμβολα συναντούμε και σε πολλά είδη λογοτεχνίας. Ένα παράδειγμα είναι η μυθολογία “Κθούλου”, ένας φανταστικός κόσμος που βασίζεται στο έργο του Αμερικανού συγγραφέα ιστοριών τρόμου Howard Phillips Lovecraft (1890-1934). Χθόνιες θεότητες παραμένουν φυλακισμένες στα έγκατα της γης και των ωκεανών, αναμένοντας κατάλληλες συγκυρίες για να επανεμφανιστούν και να καταβροχθίσουν τον κόσμο.

Επίσης, στην παραφιλολογία των περισσότερων θρησκειών, δαίμονες καταλαμβάνουν ανθρώπους. Στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο φαντάσματα και στοιχειά κάθε είδους καταλαμβάνουν έρημα ή κατοικημένα σπίτια και σπέρνουν τον τρόμο.

Υπάρχουν πολλές ιστορίες γοτθικού τρόμου (στην περίοδο του μεσαίωνα – μια εποχή αιμομιξιών, αλκοολισμού και πολλών καταστάσεων που ευνοούσαν τις μεταλλάξεις), στις οποίες, κυρίως αριστοκρατικές οικογένειες φυλάκιζαν παιδιά – τέρατα σε σοφίτες και υπόγεια (όχι ότι στην εποχή μας το φαινόμενο εξαφανίστηκε…). Σε πολλές ιστορίες τα παιδιά αυτά βρίσκουν τρόπους και δραπετεύουν τη νύχτα. Και κυκλοφορούν κάνοντας διάφορα εγκλήματα – ανάλογα με ό,τι κάνει η “κακιά” Σκιά όταν ξεχαστούμε και αφήσουμε να εκδηλωθούν όψεις μας που σπιλώνουν ό,τι εμείς οι ίδιοι επιθυμούμε να δείχνουμε στους άλλους ότι είμαστε.

Τα μεταλλαγμένα αυτά παιδιά, στη λογοτεχνία τρόμου και στα διάφορα θρίλερ, ζουν περιορισμένα στις σοφίτες και στα υπόγεια, βγαίνουν τα βράδια και καταστρέφουν, σκοτώνουν – το ίδιο όπως τα στοιχειά των σπιτιών και οι δαίμονες. Μάλιστα, όσο περισσότερο διχαζόμαστε ανάμεσα στις “όμορφες – φανερές” και “άσχημες – κρυμμένες” όψεις μας, τόσο αυτή η σχάση αποβαίνει καταστροφική. Αυτή η διαδικασία διαχωρισμού καταδεικνύεται θαυμάσια στο μυθιστόρημα του Oscar Wilde (2000) “Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι”, όπως και στο “Δόκτωρ Τζέκυλ και Κύριος Χάιντ” του Robert Louis Stevenson (2003). Η φαντασία των σκηνοθετών και συγγραφέων στην απόδοση του τρόμου μας για ό,τι υπάρχει σε μια μεγάλη και ακίνητη Σκιά, είναι κυριολεκτικά αστείρευτη: παιδιά ή κούκλες και παιχνίδια που μεταμορφώνονται σε ψυχωσικούς δολοφόνους, πάρτι γενεθλίων με σκελετούς ντυμένους γιορτινά κλπ.

Διατηρώντας μόνο χάριν κατανόησης (α) τη μεταφορά μιας διαχωρισμένης από το συνειδητό μας κομμάτι Σκιάς και (β) την παρομοίωση των εκεί απομονωμένων όψεών μας με παιδιά που στο φως της συνειδητής μας ζωής φαντάζουν απειλητικά, θα έλεγα ότι αυτά τα παιδιά είναι και τα ΙΔΙΑ τρομοκρατημένα.

Δεν κατανοούν γιατί είναι κλεισμένα εκεί μέσα. Νιώθουν ντροπή, φόβο. Είναι “εσωτερικά παιδιά” (βλ. 10) που φωνάζουν και ζητούν την προσοχή μας, θέλουν μόνο να κουρνιάσουν σε μια αγκαλιά και να κοιμηθούν. (Η εικόνα του γαλήνιου λυτρωτικού ύπνου αναλογεί στη λειτουργικότερη ισορροπία την οποία αναζητά η ολότητά μας, ως σύστημα, έτσι ώστε να κατανέμεται κάπως πιο ισότιμα η ζωική ενέργειά μας, αντί να σπαταλιέται παντελώς στη διατήρηση της σχάσης μας με τη Σκιά μας).

Κι εμείς; Ερμηνεύουμε συχνά τις απελπισμένες φωνές αυτών των παιδιών ως βρυχηθμούς τεράτων και τα κλείνουμε σε βαθύτερα μπουντρούμια. Ή, όποτε αναγκαζόμαστε να τα βγάλουμε για λίγο έξω ώστε να πάψουν οι φωνές τους, τα μακιγιάρουμε παραμορφώνοντάς τα εμείς οι ίδιοι σαν ψεύτικες κούκλες, σε μια απόπειρα να σκεπάσουμε την ασχήμια που βλέπουν επάνω τους τα δικά μας μάτια, καθώς στεκόμαστε στην περιχαρακωμένη και αμυνόμενη συνειδητή μας περιοχή.

Οι “φωνές” των εντός Σκιάς όψεών μας, όντως είναι κάποιες φορές καταστροφικές όταν καθορίζουν την πορεία μας. Όμως είναι σαν παιδιά που κανείς δεν τους δίδαξε τη ζωή – άλλωστε, στην άγνοιά τους προστίθεται και ο τυφλός θυμός που γεννά η άδικη (για τα ίδια) παραδοξότητα των όσων βιώνουν στην απομόνωση. Το τέρας που έφτιαξε ο Φρανκενστάιν, ο Κουασιμόδος, πολλά άγαρμπα, αλλά καλοκάγαθα γιγαντιαία ρομπότ σε αμέτρητα διηγήματα επιστημονικής φαντασίας, είναι μόνον ελάχιστα από τα σύμβολα ενσαρκώσεων των Σκιωδών μας όψεων.

Ο φόβος που κάποτε νιώσαμε απέναντι στο περιβάλλον, η άρνηση, η απόρριψη, ήταν οι λόγοι για τους οποίους κάποτε αποξενώσαμε αυτά τα “παιδιά – όψεις” μας… Εμείς προχωρήσαμε. Εμείς, αλλάξαμε· αλλά γι’ αυτές τις όψεις μας ο χρόνος σταμάτησε, πάγωσε και μαζί του έμειναν ακίνητα (αλλά πάντα ζωντανά σε μια βουβή κραυγή) τα συναισθήματα που τις χαρακτήριζαν.

Σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα η Σκιά βιώνεται ως μία φρικώδης, μεταλλαγμένη και αυτόνομη οντότητα, εχθρική και απειλητική. Κυριαρχεί μέσα μας η αίσθηση πως, όποτε η Σκιά ξεχύνεται, όποτε μας πλημμυρίζουν οι καλά θαμμένες όψεις μας, γινόμαστε καταστροφικοί και άσχημοι για μας και για τους άλλους ανθρώπους. Άρα, η Σκιά πρέπει να σφραγιστεί ερμητικά· να φυλακιστεί, σαν να ήταν εχθρός ολοκληρωτικού καθεστώτος (βλ. 6β, καθώς και 17γ για την υπερτροφία του νου και την επίταση της ανάγκης μας για έλεγχο).

Όπως θα δούμε, σε περιπτώσεις μεγάλης και ακίνητης Σκιάς, κάτι μέσα μας μένει πάντοτε ανικανοποίητο, ανήσυχο στα βήματα της ζωής μας. Είναι οι κρυμμένες όψεις, οι φιμωμένες φωνές της Σκιάς που αντιστοιχούν στα “στοιχειά” μας. Αν η ύπαρξή μας είναι μία πλαστελίνη που μπορεί να πλάθεται κατά βούληση σε διάφορα σχήματα, τα “στοιχειά” αυτά είναι σαν στραγάλια μέσα στη μάζα της πλαστελίνης, τα οποία εμποδίζουν κάποιον να την πλάσει και να της δώσει όποιο σχήμα θέλει.

Τέλος, κάποιος μπορεί να αναρωτιέται τι θα απογίνουν αυτά τα “μεταλλαγμένα” παιδιά και τα στοιχειά μέσα μας; Τι θα απογίνουμε κι εμείς που τα έχουμε μέσα μας, αφού η προσέγγισή τους ουσιαστικά είναι η αναζήτηση μιας λειτουργικής σχέσης με τη Σκιά μας; Για την ώρα, ας κάνουμε λίγη υπομονή, να γνωρίσουμε κάπως καλύτερα τις Σκιώδεις πτυχές μας και, σχετικά με το αν και πώς μπορούμε να τις αγγίξουμε, θα πούμε πολλά παρακάτω (βλ. Κεφάλαιο Ζ).

__________________________

19.{Το πρωί, μόλις ξυπνήσουμε (πιο κουρασμένοι απ’ όσο πριν απ’ τον ύπνο)  πρώτη κίνησή μας, πριν ακόμα πλυθούμε, πριν πιούμε τον καφέ μας, ν’ απλώσουμε το χέρι να πάρουμε απ’ το κομοδίνο το στεγνό μας προσωπείο να το εφαρμόσουμε σαν ένοχοι στο πρόσωπό μας άλλοτε με αλευρόκολλα ή ψαρόκολλα, άλλοτε με τη γλοιώδη εκείνη κόλλα που κολλούν τα πετσιά οι τσαγκαράδες. Κι όλη μέρα να νιώθεις την κόλλα να ξεραίνεται, να ξεκολλάει, κομμάτια – κομμάτια απ’ το δέρμα σου· να μη σε αγγίζει κατευθείαν το φως, ο αέρας, το νερό, ένα χέρι ή το δικό σου χέρι· κι από πάνω νάχεις το φόβο μήπως ξεκολλήσει ολόκληρο το προσωπείο από μια αθέλητη σύσπαση χαμόγελου· μην πέσει μέσα στο πιάτο σου με το κοκκινιστό κοττόπουλο, ακριβώς την ώρα που λες “καθόλου δεν πεινώ”· μη και φανεί ολόγυμνη η άγριά σου πείνα, η αστείρευτη πείνα.} – (Ρίτσος-2)    

__________________________

 

>>>>>>>>>>>>>>>

 

15.α Το “καθρέφτισμα” στα μάτια της μητέρας

 

Θεωρητικά, η μητέρα γίνεται (ή μάλλον θα έπρεπε να γίνεται) ένας καθρέφτης ευρύς και καλά στηριγμένος, ικανός να ενοποιεί τα ασύνδετα συναισθήματα και τις συμπεριφορές του μωρού της· έτσι ώστε, όταν τα καθρεφτίζει και του τα επιστρέφει, αυτό να θεμελιώνει την εσωτερική συνοχή, την εμπιστοσύνη, την ασφάλεια και την αυτοπεποίθηση του επερχόμενου ενήλικα. Στην αντίθετη περίπτωση, η μάνα χρεώνει με υψηλότατους τόκους τη Σκιά του παιδιού της.

Στην πράξη, μία τόσο αναγκαία σταθερή στάση της μητέρας, είτε ικανοποιεί το μωρό της κατά τα γούστα του είτε το οριοθετεί ή το περιορίζει, συνδέεται γενικώς με κάτι κεφαλαιωδώς σημαντικό. Ότι ποτέ δεν το αγνοεί, ποτέ δεν του στερεί τη συνολική αίσθηση φροντίδας, προσοχής, ασφάλειας, σημαντικότητας, ποτέ δεν κρίνει και δεν ακυρώνει την ίδια την ύπαρξη του (όπως θα συνέβαινε, αν του έλεγε “πάλι τα ίδια; καλά, δεν ακούς; – ε, τέτοιος που είσαι, τέτοια θα κάνεις… δεν βλέπεις τα άλλα παιδάκια τι καλά που είναι;”… κλπ). Αυτό το καθρέφτισμα της μάνας έχει γενικότερα πολλές πτυχές και συνέπειες για τη Σκιά του μωρού, ανάλογα με την αναπτυξιακή του  φάση.

 

…(α) Οι πρώτες εικόνες του κόσμου που λαμβάνει το βρέφος είναι καθώς, ξαπλωμένο ανάσκελα, βλέπει τα μάτια της μάνας και το πρόσωπό της, ενώ σκύβει επάνω του. Το ανθρώπινο πρόσωπο έχει περίπου 30% των μυών του σώματος, ώστε να μπορούμε να επικοινωνούμε μεταξύ μας τα συναισθήματά μας· γι’ αυτό και το μωρό δέχεται απειρία έντονων ερεθισμάτων από τα μάτια της μάνας και τις εκφράσεις του προσώπου της. Στην ουσία, εισπράττει τις πρώτες αντανακλάσεις της ύπαρξής του, ανάλογα με τον τρόπο που το πρωτοκοιτάζουν τα μάτια της μάνας. Αυτά τα τόσο σημαντικά πρώτα μάτια, μπορούν να εκφράσουν πάρα πολλά. Προσδοκίες, αγάπη, λατρεία ή και κρυμμένη επιθετικότητα, αγωνία και ανασφάλεια, σιγουριά και βεβαιότητα, λαχτάρα ή αδιαφορία και γενικώς πλήθος μηνυμάτων στα οποία το βρέφος μαθαίνει προοδευτικά να προσαρμόζει δημιουργικά τις αποκρίσεις του, εκδηλώνοντας ή κρύβοντας στη Σκιά ανάλογες όψεις του.

… (β) Το βρέφος, στις πρώτες εβδομάδες της ζωής του, νιώθει ένα με τον κόσμο ή, μάλλον, ότι το ίδιο “είναι” όλος ο κόσμος. Από τον τρόπο που το κρατά η μάνα στην αγκαλιά της, το βρέφος σχηματίζει προοδευτικά, μέσω της αντίστασης των χεριών της στο βάρος του σώματός του, τα πρώτα σχεδιάσματα του φυσικού του περιγράμματος (Kelley-Lainé, 2005).

Τα χέρια της μάνας κυριολεκτικά “γράφουν” το σώμα του μωρού αγγίζοντάς το – και παίζουν σημαντικότατο ρόλο στη φάση αυτή έναρξης της διαφοροποίησής του. Τα δάχτυλα και η παλάμη μιας αγχωτικής, έντονα νευρωσικής ή υστερικής μάνας, είναι σε μία ένταση. Αυτή η ένταση μεταδίδεται απτικά στο σώμα του μωρού και ορίζει επάνω του περιοχές επίθεσης. Tο σώμα του θα δημιουργήσει ένταση στις περιοχές αυτές και θα διαμορφωθεί έτσι, ώστε να αναπτύξει άμυνα στις επιθέσεις (και ας μην ξεχνούμε ότι, οποιαδήποτε σωματική δομή και στάση, σημαίνει και τη γέννηση ανάλογων συναισθημάτων). Έτσι, αρχίζει η σωματική αποτύπωση της Σκιάς στο μωρό (για περισσότερα, βλ. 50).

…(γ) Από τον τέταρτο – έκτο μήνα, το βρέφος ξεκινά τη διαδικασία του πρώτου αποχωρισμού από τη μάνα. Το μυϊκό του σύστημα αναπτύσσεται και μαζί η ανάγκη να εξερευνήσει το περιβάλλον του. Ταυτοχρόνως, εμφανίζεται και ο φόβος του αποχωρισμού από τη μάνα. Το άγχος των πιθανών ακάλυπτων αναγκών θεριεύει. Ο  φόβος γίνεται ο άλλος πόλος της ανάγκης για εξατομίκευση και εξερεύνηση. Βλέπουμε συχνά ένα μωρό να μπουσουλάει προς κάτι που του κινητοποιεί το ενδιαφέρον και, κάθε τόσο, να στρέφεται να δει αν η μάνα βρίσκεται στη θέση της. Αυτό μοιάζει με ό,τι κάνει ένα σκυλί που το λύνει στη βόλτα το αφεντικό του: ενώ τρέχει σαν τρελό εδώ κι εκεί, κάθε τόσο παγώνει, τεντώνεται και κοιτά να δει αν το αφεντικό του είναι εκεί που πρέπει να είναι…

Το πώς θα διαχειριστεί η μάνα αυτήν την αμφιθυμία εξατομίκευσης/ανεξαρτησίας και προσκόλλησης/εξάρτησης, είναι καθοριστικής σημασίας για τη δυναμική ανάμεσα στις προτιμητέες και αποφευκτέες όψεις εαυτού του παιδιού και στο χτίσιμο της Σκιάς του. Το αν και πώς η μητέρα θα καταφέρει να του ανακουφίσει το άγχος του αποχωρισμού και να στηρίξει την τάση εξατομίκευσης, επιδρά άμεσα στην ανάπτυξη της σεξουαλικότητάς του, την ελευθερία και τον τρόπο του να οριοθετείται στις αυριανές του διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και την ικανότητά του να εμβαθύνει στους δεσμούς του συνδυάζοντας υπευθυνότητα και ευχαρίστηση.

…(δ) Το παιδί, από ενάμιση μέχρι τριών χρονών, αναπτύσσει τον έλεγχο των απεκκριτικών του λειτουργιών, εναρμονίζοντας τις ανάγκες του με τους τρόπους απόκρισης του περιβάλλοντος. Παράλληλα, αναπτύσσονται οι μυϊκές και σκελετικές του δομές, αυξάνεται η κινητικότητά του και είναι σε θέση να ανακαλύπτει πλέον με πολλούς τρόπους τον κόσμο γύρω του. Πρόκειται για μια διαδικασία, η οποία επίσης εξαρτάται πολύ από τις αποκρίσεις που λαμβάνει το παιδί, όταν αναπόφευκτα προκαλεί ζημιές και τραυματίζεται. Για παράδειγμα, ένα παιδί που μαθαίνει ότι η παραμικρή ζημιά τιμωρείται και προκαλεί μομφή και περιφρόνηση, έχει πολλά συναισθήματα να βάλει στον κουμπαρά της Σκιάς του.

…(ε) Στα τρία περίπου χρόνια του, καθώς το παιδί συνθέτει το εγώ του, φτάνει προοδευτικά σε ένα κρισιμότατο σημείο της σχέσης του με τη μητέρα.

Στην αρχή, μετά τη γέννα και για πολλούς μήνες, η μάνα (όπως και το κάθε τι που συλλαμβάνει η αντίληψή του), ήταν για το βρέφος θραύσματα εντυπώσεων ασύνδετων μεταξύ τους. Ένας τόνος φωνής, απτικά ερεθίσματα, ο τρόπος της αγκαλιάς, η εικόνα ενός χεριού, ενός στήθους, ένα βλέμμα, το άγγιγμα των μαλλιών, η μυρωδιά του δέρματος, όλα αυτά είναι αισθητηριακό υλικό, από το οποίο συντίθενται κατακερματισμένες εικόνες της μάνας.

Για τρία περίπου χρόνια, η μητέρα έχει για το παιδί της δύο πρόσωπα. Το ένα (η “καλή” μάνα) το οποίο ικανοποιεί γρήγορα και πλήρως τις ανάγκες του, και το άλλο το οποίο οριοθετεί, περιορίζει ή αγνοεί τις ανάγκες του (η “κακή” μάνα). Το παιδί λατρεύει το πρώτο, μισεί και φοβάται το δεύτερο.

Σ’ εκείνη την πρώιμη φάση, το παιδί δεν γνωρίζει ότι το πρόσωπο το οποίο ικανοποιεί τις ανάγκες του, το φροντίζει, του παρέχει ασφάλεια (η καλή μάνα) και το πρόσωπο το οποίο αφήνει τις ανάγκες του ανικανοποίητες, το περιορίζει, του προκαλεί ένταση, θυμό (η κακή μάνα), είναι ένα και το αυτό.

Στη συνέχεια, το μωρό αρχίζει να αντιλαμβάνεται τη μητέρα ως μία ΕΝΙΑΙΑ οντότητα. Και αναπόφευκτα συνειδητοποιεί ότι βλάπτοντας την κακή μάνα, “σκοτώνει” και την καλή. Τότε, το άγχος του είναι τεράστιο (αποτέλεσμα ενοχής, λύπης, ανασφάλειας κλπ). Ο καθοριστικός παράγοντας που θα βοηθήσει το παιδί να ενοποιήσει τις εικόνες της μάνας, είναι και πάλι η συμπεριφορά της. Στην πράξη, η μία εικόνα της δεν πρέπει να ακυρώνει την άλλη, έτσι ώστε, καθώς το παιδί προβάλλει επάνω της αντίθετα συναισθήματα, η μάνα να τα ενοποιεί και να του αντανακλά την εικόνα του ως ένας ισορροπημένος καθρέφτης (Ehrenzweig, 1971).

Όταν το οριοθετεί θα πρέπει να το οριοθετεί για κάτι συγκεκριμένο και όχι να μειώνει ολόκληρη την ύπαρξή του· όταν του παρέχει, θα πρέπει να φροντίζει να μην του δημιουργεί αισθήματα παντοδυναμίας και υπεροχής τα οποία,  αργότερα, κατά την έξοδό του στον κόσμο, μοιραία θα πληγούν καθώς θα διαπιστώνει ότι μόνο για τη μάνα του ήταν ο απόλυτος πρίγκιπας.   

Όταν όμως η μάνα δεν καταφέρνει να λειτουργεί για το παιδί ως ένας ισορροπημένος καθρέφτης, το παιδί δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί τις διάφορες αντίστοιχες όψεις του – οπότε, είναι φυσικό να αποξενώνεται από αυτές και να τις κλειδώνει στη Σκιά του.

Για παράδειγμα, μία μάνα που “κρατά μούτρα” στο παιδί γιατί έκανε κάποια αταξία, του ακυρώνει και του στερεί την καλή μάνα· παράλληλα, το μειώνει, του δημιουργεί αισθήματα φόβου, εγκατάλειψης, ενοχής και ανεπάρκειας. Γίνεται έτσι αφορμή να τρέφεται χορταστικά η Σκιά του παιδιού. Επίσης, προετοιμάζει θαυμάσια το έδαφος για έναν αυριανό δυστυχή άνθρωπο, ο οποίος θα οχυρώνει με κάθε τρόπο τη Σκιά του· θα παράγει μία τραυματισμένη αυτοεικόνα, με χαμηλή αυτοεκτίμηση, θα είναι ακινητοποιημένος και φοβισμένος, ανίκανος να εμβαθύνει στις σχέσεις του με “πραγματικά” πρόσωπα, έτοιμος να κάνει τα πάντα προκειμένου να αποφύγει τις συγκρούσεις κρύβοντας από τα ίδια του τα μάτια τον θυμό του.

  Αυτό το τόσο σημαντικό δίπολο αντιθετικών συναισθημάτων στο “καλό” και το “κακό” πρόσωπο των άλλων, εμφανίζεται και πάλι μετά τις πρώιμες φάσεις της ζωής. Εμφανίζεται σε διάφορα στάδια όχι μόνο της παιδικής ηλικίας αλλά και της ενήλικης ζωής (Klein, 2009), επιφέροντας αντίστοιχες συναισθηματικές δυσκολίες και ενδεχόμενο εμπλουτισμό της Σκιάς.

 

>>>>>>>>>>>>>>>

 

16.α Η υπαρξιακή και η διαπροσωπική μοναξιά

***Η υπαρξιακή μοναξιά.

Στην ενότητα 5.α είδαμε ότι η παραμικρή “ψηφίδα” της εμπειρίας μας και κάθε στιγμή μας, είναι ανεξίτηλα σφραγισμένη, ανεπανάληπτη και απολύτως μοναδική. Διαφέρει τόσο από άνθρωπο σε άνθρωπο όσο και στη χρονική διάρκεια της ζωής του ίδιου ανθρώπου.

Οπότε, ακόμα και όταν αγγίζουμε μαζί το ίδιο κομμάτι του κόσμου, το αποτέλεσμα του αγγίγματός μας διαφέρει, γιατί παράγεται στον καθένα μας μία μοναδική και αποκλειστικά δική του εμπειρία. Το κάθε ένα ανθρώπινο ον λοιπόν είναι βασιλιάς ενός νησιού, με τον ίδιο ως μοναδικό κάτοικο και άρχοντά του…

Αντίθετα με ό,τι χρειαζόμαστε να πιστεύουμε, φαίνεται πως οι καιροί μας, εκτός των πολλών άλλων αρχαίων τρόμων που επιβεβαιώνουν, μάλλον επισφραγίζουν και ένα προαιώνιο άγχος μας. Ότι ως υπάρξεις, λόγω της κατασκευής μας, όχι μόνο γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι, αλλά και ζούμε όλη μας τη ζωή μόνοι – εν μέσω μιας κοσμικής σιγής, ένα πικρό αντίτιμο της μοναδικότητας του προσωπικού μας μικρόκοσμου.

 

Αυτήν ακριβώς την απολύτως εξατομικευμένη αίσθηση της μοναδικότητας της ανθρώπινης εμπειρίας, μπορούμε να ορίσουμε ως “ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΜΟΝΑΞΙΑ” (Θεοδώρου, 2015). Αυτή η μοναξιά συνιστά ένα από τα βασικά γνωρίσματα του είδους μας. Η διαχείρισή του από τον καθένα μας επιδρά καθοριστικά στο πώς σχετίζεται με τους άλλους ανθρώπους, στο τι περιμένει από αυτούς, στο πώς τους πλησιάζει, στο τι νιώθει με όσα συμβαίνουν στις σχέσεις του – άρα και με τις όψεις του που εγκλείει στη Σκιά του, όταν αυτά που συμβαίνουν είναι απειλητικά. Για παράδειγμα, όταν αναθέτω στους Άλλους να εξαλείψουν αυτό το δεδομένο μου, η φυσιολογική τους αποτυχία με θυμώνει, μου γεννά απόγνωση, αγωνία, ξυπνά προαιώνιους φόβους. Από την άλλη μεριά, όσο εξακολουθώ να αγνοώ τη ματαιότητα τέτοιων “αναθέσεων”, προσπαθώ να γίνω καλός, βολικός, ώστε οι Άλλοι να έρθουν προς εμένα – κάτι επίσης μάταιο. Όλα τα συνεπακόλουθα συναισθήματα αυτών των όψεών μου, είναι εξαιρετικό υλικό για τη Σκιά μου.

 

Η υπαρξιακή μοναξιά είναι αποτέλεσμα της φύσης μας και των τρόπων με τους οποίους συντίθεται η μοναδική για τον καθένα μας προσωπική του πραγματικότητα. Γι’ αυτό και συνιστά αναπόφευκτο δεδομένο μας, το οποίο δεν αποφεύγεται και δεν “επιλύεται”, παρά μόνο γίνεται αποδεκτό.

Φαίνεται ότι είμαστε έτσι φτιαγμένοι, που τον καθένα μας χαρακτηρίζει μία ανομολόγητη αίσθηση εσωτερικής απόστασης από οτιδήποτε· ακόμα και όταν προσφέρουμε “γην και ύδωρ” για να την καταργήσουμε μέσα από τις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Ό,τι ζω, αν και λεκτικά περιγράψιμο, παραμένει φυλακισμένο μέσα μου. Δεν μπορώ να μοιραστώ με κανέναν τη μοναδική συνεργασία του νου και του σώματός μου που το παρήγε.

Αν και όλοι μας χτίζουμε τις αχανείς αίθουσες της προσωπικής μας πραγματικότητας συνθέτοντας με ανάλογους τρόπους το συνεχές της εμπειρίας μας, είναι αδύνατον να ξεναγήσουμε μέσα στις αίθουσες αυτές οποιονδήποτε Άλλον (με το κεφαλαίο Α εννοώ ένα οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο ον). Μπορούμε βέβαια να περιγράφουμε τα παλάτια μας στους Άλλους. Αλλά ακόμα και αν χρησιμοποιούμε χίλιες λέξεις για να ζωγραφίσουμε και την παραμικρή γωνίτσα τους, παραμένει αδύνατον να φιλοξενήσουμε τον Άλλον, κυριολεκτικά, στις κάμαρες των ανακτόρων μας.

Η προσωπική μας πραγματικότητα είναι σαν μια νησίδα ατομικής ύπαρξης που πλέει μέσα σε ένα απέραντο πεδίο συμπαντικού υλικού. Κι εμείς, βασιλιάδες και μοναδικοί της κάτοικοι, περιδιαβαίνουμε τα τοπία της, αγναντεύοντας πέρα από τα σύνορά της, πού βρίσκονται, πώς κινούνται, πώς και πότε μας πλησιάζουν ή απομακρύνονται από εμάς οι νησίδες των άλλων ανθρώπων· ενίοτε αποπειρόμαστε να ρίξουμε άγκυρες και σκοινιά για να κρατηθούμε κοντά σε περαστικές νησίδες – με ποικίλα αποτελέσματα. Όσο όμως διατηρούμε την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να “νικήσουμε” αυτό το υπαρξιακό μας γνώρισμα, είναι σαν να τα βάζουμε με βασικά μας δεδομένα: πεινούμε, διψούμε, πηγαίνουμε στην τουαλέτα, είτε μας αρέσει είτε όχι. Επιμένοντας στις ψευδαισθήσεις μας ότι μπορούμε να ξεπεράσουμε την ίδια μας την κατασκευή, απλώς τροφοδοτούμε τη Σκιά μας.

***Η διαπροσωπική μοναξιά.

Το ότι γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε μόνοι ως υπάρξεις, είναι ένα πράγμα. Το ότι ζώντας τη ζωή μας συναντούμε άλλους ανθρώπους, είναι ένα άλλο πράγμα. Το πώς τους συναντούμε και τι περιμένουμε από αυτούς, είναι η γέφυρα που ενώνει τα δύο προηγούμενα.

Από αυτήν την άποψη, η υπαρξιακή μοναξιά είναι ανεξάρτητη από το αν συναντιόμαστε ή όχι με άλλους ανθρώπους· υπάρχει πάντα, σαν ένα σταθερό basso continuo, ακόμα και όταν βρισκόμαστε στη μέση μιας γεμάτης πλατείας. 

Ανεξάρτητα από αυτό το σταθερό φόντο όλων των στιγμών μας, θα λέγαμε ότι η απώλεια της σύνδεσης με άλλους ανθρώπους, συνιστά κι αυτή ένα είδος μοναξιάς· είναι μία ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΗ πλέον μοναξιά (Pilar, 2016), μία κατάσταση που ορίζεται διαφορετικά από ό,τι η μοναξιά μας ως υπάρξεις.

Διαπροσωπικά είμαι μόνος, όταν δεν έχω ανθρώπους να σχετίζομαι ή αγνοώ πώς να το κάνω· υπαρξιακά είμαι μόνος είτε σχετίζομαι με κάποιον είτε όχι.

Έτσι, το κοινό γνώρισμα της μοναδικότητάς μας, δεν σημαίνει καθόλου πως είμαστε ΚΑΙ διαπροσωπικά μόνοι· πως δεν μπορούμε να είμαστε μαζί ή να κάνουμε όμορφες και πετυχημένες σχέσεις. Μπορούμε σαφώς να διαχωρίσουμε το “είμαι μόνος ως ύπαρξη” από την απομόνωση και τη δυνατότητά μας να είμαστε μαζί με άλλους ανθρώπους (διαπροσωπικά) στη ζωή.

Αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι να ακυρώσουμε το γνώρισμα της υπαρξιακής μοναξιάς. Μπορούμε μόνο να το αποδεχτούμε (όπως αποδεχόμαστε το ότι χρειαζόμαστε οξυγόνο)· μάλιστα, τότε, παύουμε να αναθέτουμε στους Άλλους να μας το απαλείψουν, απελευθερωνόμαστε από μία μάταιη προσδοκία και μπορούμε πλέον να απολαμβάνουμε ωραιότατες διαπροσωπικές σχέσεις μαζί τους.

>>>>>>>>>>>>>>>

 

17.γ Νόημα και ανάγκη ελέγχου

Κάποιες φορές η ανάγκη μας να βλέπουμε νόημα στα πράγματα διογκώνεται, απλώνει, και προσπαθούμε επίμονα να βρούμε το “νόημα της ζωής” (λες και μπορεί ποτέ να έχει κάποιο “αντικειμενικό” και καθολικό νόημα αυτή η έκφραση…). Μάλιστα, συχνά αναζητούμε το νόημα της ζωής μόνο με τη σκέψη μας, έξω από τη ζωντανή γεύση των στιγμών μας, κάπου πέρα και έξω από εμάς τους ίδιους και τη ζωντάνια της άμεσης εμπειρίας μας.

Αυτό ίσως ως έναν βαθμό γίνεται γιατί είναι μεγάλος ο πανικός μας ζώντας σε ένα σύμπαν επικίνδυνο, ασυνεχές για τις ανάγκες μας και παντελώς απρόβλεπτο. Έτσι, η ανάγκη μας να δίνουμε κάποιο νόημα στα πράγματα συχνά συνδέεται με την τάση μας για τάξη, νοητική γνώση και έλεγχο – ενώ, αταξία και ανεξέλεγκτη ροή ισοδυναμούν με ματαιότητα.

Για παράδειγμα, η ανάγκη μου να “καταλάβω” τι σημαίνει το βλέμμα σου, μπορεί να με αποσπά από το να απολαμβάνω τη δροσιά που γεννιέται μέσα μου και μόνο που το εναποθέτεις επάνω μου. Τότε, αναλώνομαι στο να σκέφτομαι τι μπορεί να σημαίνει το βλέμμα σου, στο γιατί με κοιτάς έτσι κι όχι αλλιώς, στο τι πρέπει να κάνω τώρα εγώ· με άλλα λόγια στο πώς μπορώ να καταλάβω και να ελέγξω νοητικά το γεγονός, να συνδέσω επιτέλους μεταξύ τους τους αρμούς του – χάνοντας ταυτόχρονα την άμεση απόλαυσή του.

Στο είδος μας συχνά θεωρούμε ότι αν γνωρίσω κάτι νοητικά, αναλύοντας τη φύση του δομικά και λειτουργικά (πώς είναι φτιαγμένο κάτι; τι και πώς το κάνει ό,τι κάνει;), αυτομάτως το κατέχω, το ελέγχω. Οπότε συχνά, το νόημα αυτού του κάτι μετατίθεται από το να ΖΩ τη σχέση μου μαζί του, μόνο στο να το “γνωρίζω” με τη λογική μου.

Από τη μία μεριά, ο ορθολογισμός μας γέννησε το ανεκτίμητο θαύμα των επιστημών μας. Ωστόσο, από την άλλη μεριά, στην πράξη, ο έλεγχος που θέλουμε να πιστεύουμε ότι συνεπάγεται η νοητική αυτή αιχμαλωσία των πραγμάτων, είναι μάλλον μία ψευδαίσθηση που λίγο μας βοηθά στον αγώνα μας με τη ματαιότητα.

Δηλαδή, καθώς “καταλαβαίνω” και διαχειρίζομαι τις ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ των πραγμάτων στον νου μου, ΝΟΜΙΖΩ ότι ελέγχω τα ΙΔΙΑ τα πράγματα – στην ουσία ο έλεγχος επάνω τους είναι μηδαμινός.

>>>>>>>>>>>>>>>

 

“Ο άνθρωπος δεν παραδίδεται εύκολα στο ανεξερεύνητο της φύσης και στις βαθιές αντιφάσεις της ύπαρξης και, μέσα στη δίψα του για εσωτερική ενοποίηση, αντιλαμβάνεται αυτά που εμποδίζουν την εκπλήρωση της επιθυμίας για αρμονία σαν ένα παράλογο κοσμικό λάθος” (Carotenuto, 1999, σ. 243).

 

Μάλιστα, κάποιες φορές επιμένουμε να τα βάζουμε κατά μέτωπον με τέτοια κατά τη γνώμη μας “κοσμικά λάθη”, αδυνατώντας να παραδοθούμε στον ακατανόητο για μας ρου των πραγμάτων και απλώς να τον απολαύσουμε. 

Τότε είναι που αρχίζουμε να απορούμε. Ιδιαιτέρως αν θεωρούμε τον εαυτό μας αλάνθαστο και κέντρο του σύμπαντος. Επιπλέον ανησυχούμε, απειλούμαστε, γεμίζουμε ένταση, αναστατωνόμαστε, ενοχλούμαστε, τείνουμε να αντιπαθούμε ή να αγνοούμε επίμονα ό,τι επιμένει να μην ταιριάζει με τα νοήματα που επιζητούμε να του επιβάλλουμε. Αναδύονται όψεις μας δυσάρεστες, συναισθήματα φόβου, απειλής, ματαιότητας, οργής – υλικό πανέτοιμο να εισέλθει στη Σκιά μας, όταν τα άγχη που γεννά τείνουν να ξεπεράσουν την κόκκινη γραμμή της αντοχής μας. Και, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, αντιδρούμε ποικιλοτρόπως για να θωρακίσουμε τη Σκιά μας.

>>>>>>>>>>>>>>>

 

20. Η Σκιά, η προσωπική ευθύνη των επιλογών και το ζήτημα της “ηθικής”

Κάθε μοναδικό νόημα που βλέπω στα πράγματα (οι “κανόνες” μέσω των οποίων ερμηνεύω τον κόσμο) είναι δική μου παραγωγή και σκηνοθεσία. Ανάλογα με το πώς νιώθουμε εσύ κι εγώ, θα προσδώσουμε αυτό ή το άλλο νόημα στο ίδιο πράγμα, σύροντάς το ο καθένας μας με τον δικό του τρόπο στο προσωπικό του βασίλειο.

Ως πρωτομάστορες λοιπόν των νοημάτων που κατασκευάζουμε, έχουμε και την προσωπική τους ευθύνη. Πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε και την προσωπική ευθύνη των επιλογών μας, καθώς προσδίδουμε αυτό ή το άλλο νόημα σε οτιδήποτε.

 

Όψεις μας που έχουν τον ρόλο να οργανώνουν αυτού του είδους τα ζητήματα ευθύνης, φέρουν ενίοτε δύσκολα συναισθηματικά χρώματα: ενοχή, τύψεις, φόβο, αμφιβολία κλπ. Επιπροσθέτως, μεγαλώνοντας, σίγουρα ως παιδιά βρεθήκαμε με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο μπροστά σε πολύπλοκα ζητήματα ευθύνης, ιδιαίτερα αν το περιβάλλον μας φρόντισε να είναι αρκούντως χειριστικό. Να προστατεύω τα αδέλφια μου, να μη στεναχωρώ τους γονείς μου εκφράζοντας τις αυθεντικές μου ανάγκες, πότε παίρνω την ευθύνη να λέω αλήθεια και πότε ψέματα, πώς να φέρομαι στις φιλίες μου κλπ.

Όπως και να το δούμε, η έννοια της ευθύνης των επιλογών φλερτάρει έντονα με τη Σκιά μας. Δεν είναι καθόλου δύσκολο, πολλές από τις εκεί έγκλειστες όψεις μας να ξυπνούν σε διάφορες παροντικές καταστάσεις που εγείρουν το ζήτημα της ευθύνης. Για παράδειγμα, όταν βρισκόμαστε σε σημαντικά κεφαλόσκαλα της διαδρομής μας, δεν είναι εύκολο να αποφασίσουμε προς τα πού να πάμε και, τότε, βαραίνει ιδιαίτερα η ευθύνη της επιλογής του επόμενου σκαλοπατιού.

Το ζήτημα της ευθύνης των επιλογών μας δυσκολεύει ακόμα περισσότερο, όταν μπλέκεται με συστήματα “ηθικής” και αξιών. Τότε, προτού καν αποφασίσουμε αν και τι θα κάνουμε, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε μέσα μας τη σχέση μας με το σύστημα αξιών ως προς το οποίο εγείρεται κάποιο ζήτημα ευθύνης. Αν λέω “παίρνω την ευθύνη να κάνω αυτό γιατί έτσι λένε ότι είναι το σωστό”, οφείλω να ξεκαθαρίσω μέσα μου τι σημαίνει για μένα αυτό το “λένε”, το οποίο επιδρά στην αίσθηση της ευθύνης μου για την επιλογή μου.

Βέβαια, στη φύση ούτως ή άλλως δεν φαίνεται να υπάρχει καμία “ηθική” (χρησιμοποιώντας μόνο μεταφορικά μία τέτοια έκφραση), η οποία να γεννά ζητήματα ευθύνης. Κάθε τι που υπάρχει στη φυσική πραγματικότητα απλώς μεταβάλλεται διαρκώς, στη βάση μιας “οικονομίας” η οποία παράγεται βήμα-βήμα από τις αλληλεπιδράσεις του με όλα τα άλλα πράγματα γύρω του. 

Τα λιοντάρια πίνουν από τον ίδιο νερόλακκο, ταυτόχρονα με τις ζέβρες, λόγω αμοιβαίας δίψας. Κάποια στιγμή τα λιοντάρια κυνηγούν και σκοτώνουν μία ή δύο ζέβρες για να τραφούν, γιατί εκείνη τη στιγμή, οι δυναμικές ισορροπίες των δύο ειδών ζώων έχουν μεταβληθεί – ωστόσο τα λιοντάρια δεν σκοτώνουν ποτέ ζέβρες για ψυχολογικούς λόγους. Μία αντιλόπη υπάρχει σήμερα και αύριο την κατασπαράζει μία τίγρης. Αυτό δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Είναι απλά φυσικό.

Όμως στο ανθρώπινο σύμπαν των νοημάτων και της ευθύνης βάσει ηθικών συστημάτων, τα πράγματα είναι αλλιώς. “Πάλλεται μέσα μας άσβεστη η ανάγκη, παράλογη και συγχρόνως τυπικά λογική, να βρούμε ‘ηθική’ αιτιολόγηση στα πάντα, ακόμη και στις φυσικές καταστροφές και τις βιβλικές μάστιγες” (Carotenuto, 1999, σ. 234). Λέω λοιπόν εγώ: “α, την καημένη την αντιλόπη… την κατασπάραξε το κακό λιοντάρι” (επιρρίπτω ευθύνη στο λιοντάρι για τον θάνατο της αντιλόπης). Εσύ λες: “ευτυχώς που βρέθηκε η αντιλόπη και η καημένη η λιονταρίνα βρήκε κάτι να φάει, γιατί είναι ετοιμόγεννη” (για το ίδιο γεγονός, δεν θεωρείς υπεύθυνο το λιοντάρι). Κι ας μην ξεχνούμε πως ούτε το λιοντάρι ούτε η αντιλόπη έχουν Σκιά…

__________________________

32.{Βρέθηκα σε ένα θέατρο εγκλωβισμένος. Εκεί έκανα πρόβες για το μέλλον. Αλλά οι πρόβες ήταν ήδη το έργο [..] Ανοίγω κάθε μέρα ένα γράμμα, με φόβο μήπως τα νέα δεν είναι καλά. Ανοίγω κάθε μέρα ένα γράμμα, ξέροντας πως μία μέρα τα νέα θα είναι κάπως διαφορετικά [..] Δεν υπάρχει ούτε σταγόνα θάλασσας που να μη μου ανήκει! [..] Κοίταγμα σε παλιά φωτογραφία. Έγχρωμη, απ’ τη δεκαετία του ΄70. Τα χρώματα έχουν αλλοιωθεί [..] Μια γυάλα για χρυσόψαρα. Το πλάσμα μέσα κινείται χωρίς σκοπό. Έχουν βρεθεί ψάρια εκτός γυάλας, σε μια προσπάθεια να δραπετεύσουν. Συνήθως νεκρά [..] Η πίεση του μέσου όρου είναι αφόρητη και διαρκής [..] Δεν είναι τόσο το ατόφιο τίποτα που με τρομάζει. Είναι το μπασταρδεμένο τίποτα των ζωντανών – νεκρών που με αηδιάζει [..] Το να πω “θα πεθάνω” το νιώθω διαφορετικά από το να πω “δεν θα  υπάρχω”. Το δεύτερο είναι πολύ πιο υποφερτό [..] Κινδυνεύω πολύ! Κινδυνεύω άμεσα! Ο κίνδυνος είναι να μην έχω ζήσει ουσιαστικά.} – (Χαρισιάδης)

__________________________

 

>>>>>>>>>>>>>>>

 

***Η μάταιη ενοχή για τα “κατώτερα” συναισθήματά μας.

Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι δεν είμαστε υπεύθυνοι για τη ΓΕΝΝΗΣΗ κανενός συναισθήματός μας. Το συναίσθημα γεννιέται άμεσα από το σώμα μας, καθώς αυτό αποκρίνεται στις διάφορες καταστάσεις – γι’ αυτό και είναι ο πιστός καθρέφτης του τι συμβαίνει στα κάτω και πρωτογενή στρώματα της οντότητάς μας. Δεν είμαστε ούτε υπεύθυνοι ούτε ένοχοι για τη δημιουργία του συναισθήματός μας, γιατί παράγεται στη μη συνειδητή μικροδομή των εργαστηρίων που συνθέτουν τις εμπειρίες μας. 

Είμαστε όμως απολύτως υπεύθυνοι για ΤΟ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ με το συναίσθημα που ξεπηδά. Μπορεί να οργίστηκα τόσο μαζί σου που να νιώσω σαν ελατήριο την επιθυμία να σε χτυπήσω – για τη γέννηση της οργής και της επιθυμίας αυτής, δεν ευθύνομαι. Αλλά για το τι τελικά θα κάνω, ασφαλώς και ευθύνομαι. Γιατί δεν είμαι ΜΟΝΟ τα κάτω και παρορμητικά στρώματα της ύπαρξής μου· είμαι και πολλά άλλα πράγματα και, ταυτόχρονα υπεύθυνος για την ολότητά μου – άρα οφείλω να διαχειριστώ την επιθετικότητά μου σε πολλά επίπεδα. 

Σε κάθε περίπτωση, η αμεσότητα των κάτω στρωμάτων της ύπαρξής μας τους προσδίδει ένα ιδιότυπο χαρακτηριστικό· τα καθιστά “αδιάφορα” για το συνθετότερο επίπεδο στο οποίο πρέπει να βρίσκεται η αυτοσυναίσθησή μας, ώστε να λειτουργεί ως κεντρικό στρατηγείο μας, με τη συμμετοχή του νου και της συνείδησης. “Εκεί κάτω”, τα πράγματα είναι απλά: μου δίνεις μία, ξεπηδά η ανάγκη μου να σου δώσω και εγώ μία ή και δύο – δεν ανακατεύονται άλλες μεταβλητές. Μόνο “εκεί επάνω”, στα ανώτερα (συνθετότερα) επίπεδα του θαύματος της ανθρώπινης ύπαρξης, η παρόρμηση του να μου δώσεις και να σου δώσω μία ή δύο ή τρεις, συνδυάζεται με άπειρες άλλες παραμέτρους και παράγει τεράστιες δυνατότητες πολλών άλλων αποκρίσεων.

 

Οι παρορμητικές μας όψεις που αντιστοιχούν σ’ αυτά τα κάτω στρώματα, θυμίζουν ένα “τσούρμο” παιδάκια που τρέχουν άτακτα διαρκώς γύρω μας τραβώντας το πανταλόνι μας, ζητώντας χωρίς σταματημό, μαλώνοντας μεταξύ τους, φωνάζοντας· κι εμείς, ως νηπιαγωγοί που τα πάμε εκδρομή, πρέπει να φροντίζουμε την ασφάλεια, την ικανοποίηση και τη συνύπαρξή τους, ώστε να μην χαλάσει ο παιδότοπος της ύπαρξής μας.

Συχνά όμως αυτά τα “άξεστα” κομμάτια μας, όταν επισταμένως τα αγνοούμε, συμπιέζονται αφόρητα στο σκοτάδι της Σκιάς. Τα αποξενωμένα συναισθήματα που συνοδεύουν αυτές τις όψεις του εαυτού μας μπορεί να εκραγούν ανεξέλεγκτα σε επικίνδυνα βιώματα και πράξεις. Γι’ αυτό άλλωστε και η καλά προφυλαγμένη αποθήκευση όλων αυτών των όψεών μας και των αντίστοιχων συναισθημάτων στη Σκιά, πέρα από τη συνείδηση, είναι ένας τρόπος προφύλαξής μας (βλ. 12, για τα στοιχειά και τα μεταλλαγμένα παιδιά).

__________________________

33.{Ώσπου βράδιαζε και ξανάρχιζε εκείνη ή παλιά οικογενειακή βροχή, όπως τότε που η μητέρα δε μ’ άφηνε να βγω και παίζαμε μαζί στο δωμάτιο, εγώ της κρυβόμουν κι εκείνη έψαχνε, έψαχνε, αλλά δε μ’ έβρισκε, “πού είσαι;” φώναζε τότε τρομαγμένη, γιατί εγώ είχα κιόλας καταποντιστεί μες σ’ όλους τους μελλοντικούς μου πόνους.} – (Λειβαδίτης-5)

__________________________

 

>>>>>>>>>>>>>>>

 

23 Σκιά και μία αρχαία αμφίδρομη προδοσία ως προϋπόθεση εξατομίκευσης και ζωής

 

Όλοι κάπου και από κάποιον γεννιόμαστε – ένα άλλο αναπόφευκτο και χωρίς εξαίρεση κοινό μας γνώρισμα, το οποίο μπορεί να οδηγήσει με πολλούς τρόπους διάφορες όψεις μας στη Σκιά μας. Καταρχάς, δεν διαλέγουμε τόπο και χρόνο γέννησης. Ούτε γονείς. Επίσης, φέρουμε την ιστορικότητά μας χωρίς να ερωτηθούμε: κάποιοι πρόγονοι καθόρισαν με τις επιλογές και με τις πράξεις τους τη δική μας διαδρομή. Ταυτόχρονα, το άμεσο περιβάλλον μας, κιόλας μας φαντάζεται προτού ξεπροβάλλουμε στον κόσμο, φορτώνοντάς μας με σωρείες προσδοκιών. Ειδικότερα η μέλλουσα μητέρα, έχει διαμορφώσει κιόλας μία “φάτνη” όλο όνειρα, επιθυμίες, νοήματα και συναισθήματα για το επερχόμενο παιδί της – και είναι φυσικό να το φαντάζεται σύμφωνα με “εικόνες που της είναι οικείες και επιβεβαιώνουν την ταυτότητά της και την ικανότητά της να πλάθει άλλους” (Carotenuto, 1999, σ.32).

 

Δηλαδή, γεννιόμαστε ήδη “χρεωμένοι”, φέροντας την ταυτότητά μας ήδη στιγματισμένη με μία αόρατη ετικέτα προδοσίας, γιατί η γέννησή μας επιφέρει:

***(α) Πόνο αποχωρισμού (αφού το μητρικό σώμα δεν θέλει να μας αφήσει).

***(β) Απογοήτευση (αφού είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον να δικαιώσουμε τις προσδοκίες της μητέρας και του περιβάλλοντός μας).

***(γ) Ποικίλες δυσάρεστες αποκρίσεις της μητέρας, η οποία, εκτός από τα όσα προσφέρει, συχνά βιώνει τη διάψευση των προσδοκιών της και την οντολογική μας ανεξαρτησία με διάφορους τρόπους: θυμό, κατάθλιψη, απομάκρυνση, επίθεση κλπ.

***(δ) Τη δική μας ενοχή, λόγω των συνεπειών της γέννησής μας (πέρα από τα γλέντια, τα χαρούμενα τραγούδια και τις ευχές)· σαν να αναλαμβάνουμε το καθήκον να γαληνέψουμε στη μετέπειτα ζωή μας τον πόνο που προκάλεσε η γέννησή μας… Πώς; Αποδεχόμενοι έναν μάταιο αγώνα εξιλέωσης του αρχαίου “αμαρτήματος” της ίδιας της εμφάνισής μας στον κόσμο. Στην ουσία, συναινώντας άτυπα να μην στεναχωρούμε τους Άλλους ακόμα και όταν απροκάλυπτα και βίαια γκρεμίζουν τα όριά μας – λες και μόνο το γεγονός πως ζούμε, είναι ένα είδος “παράβασης” που μας καταλογίζει ο Άλλος (Carotenuto, 1999, σ. 32).

Υπάρχει λοιπόν για όλους μας μία αναπόφευκτη κατάργηση της πρωταρχικής ολότητας μητέρας – παιδιού (το παιδί “δραπετεύει” από τη μητέρα προδίδοντας τη φάτνη που του έχει ετοιμαστεί). Άλλωστε, ακόμα και σε φυσικό επίπεδο, αν δεν “σπάσει” αυτή η ολότητα, αν παραμείνουμε στο μητρικό σώμα, θα πεθάνουμε κι εμείς και η μητέρα. Η γέννησή μας κυριολεκτικά και συμβολικά είναι φυσική συνέπεια μεταβολής, αλλαγής – δηλαδή “πρέπει” οπωσδήποτε κάποια στιγμή να γεννηθούμε στο μονοπάτι της μοναδικότητάς μας.

Οπότε, με μία γενίκευση και ως προς μία υπαρξιακή αντίληψη, κάθε διαφοροποίηση και αυτονόμησή μας στη ζωή είναι σαν μία προδοσία των προσδοκιών των Άλλων – αντίστροφα, κάθε διαφοροποίηση και αυτονόμηση ενός Άλλου με τον οποίο σχετιζόμαστε στενά, είναι σαν να μας προδίδει.

Λες και τα βασικά στοιχεία της αρχέγονης και πολλαπλής προδοσίας των προσδοκιών του πρώτου Άλλου να επαναλαμβάνονται υπόγεια· λες και επαναλαμβάνεται το σενάριο ενός έργου όπου πρωταγωνιστούμε ως προδότες εμείς, με συμπρωταγωνιστές μας τα πρόσωπα όλων των υπόλοιπων Άλλων που συναντούμε μετά τη βρεφική ηλικία.

Από την άλλη μεριά, για όλους μας ισχύει ότι η αποδοχή των διαφορών μας από τους άλλους ανθρώπους είναι προϋπόθεση ενήλικης ζωής. Οπότε, φαίνεται ότι αν δεν δεχτούμε τον μονόδρομο της εξατομίκευσής μας (καταβάλλοντας όμως και τα κόστη αυτής της “προδοσίας” μας), συνυπογράφουμε στο να γινόμαστε σφάγια στις απαιτήσεις των Άλλων και τους απρόσωπους κανόνες της συλλογικής ζωής. Όσο χαμηλότερη είναι η ικανότητά μας να διαφοροποιούμαστε, τόσο πιο πολύ μας σφίγγει ο “Γόρδιος δεσμός” των γονεϊκών μας και εν γένει εξαρτητικών μας προσκολλήσεων· τόσο πιο πολύ αδυνατούμε να χτίσουμε σχέσεις ως ενήλικοι άντρες και γυναίκες, παραμένοντας πάντα “γιοι” και “κόρες”.

 

Η συλλογική ωστόσο αντίληψη απειλείται από την εξατομίκευση και τη διαφορά. Το σύνολο, προκειμένου να επιβιώσει, επιζητεί την ομοιομορφία. Δεν ενθαρρύνει την επίγνωση των μεταξύ μας διαφορών και το να δίνουμε προσωπικό νόημα στη ζωή και τις σχέσεις μας. Επίσης, για ευνόητους λόγους, ζητήματα σαν αυτό της πρωταρχικής διαφοροποίησής μας από το μητρικό σώμα και τη συμβολική της διάσταση της αμφίδρομης “προδοσίας”, δεν θίγονται εύκολα. Γι’ αυτό και συχνά ίσως νιώθουμε “παράξενοι, ξένοι, παρείσακτοι, απρόσκλητοι, χωρίς δικαιώματα ιθαγένειας στην πραγματικότητα” (Carotenuto, 1999, σ. 34), χωρίς το θάρρος “να ορθώνουμε μόνοι το ανάστημά μας ενάντια σ’ έναν κόσμο που προδίδει και εκχυδαΐζει” (σ. 225).

Οπότε, κάποιες φορές, ακόμα και ως ενήλικες, συνεχίζουμε εμείς οι ίδιοι πλέον να προδίδουμε την ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ και την ταυτότητά μας, καθώς δεχόμαστε την ασφυκτική πίεση των συλλογικών απαιτήσεων. Προδίδοντας τον εαυτό μας, είναι σαν να κλειδωνόμαστε σε έναν κόσμο νοημάτων ξένων για τις δικές μας ανάγκες και θέσεις θέασης του κόσμου· με αποτέλεσμα, ως “συμμορφωμένοι” πλέον, να ορίζουμε αυτό που είμαστε με κυρίαρχο κριτήριο τις επιτυχίες και τις επιδόσεις μας στον “έξω” κόσμο, απομακρυνόμενοι ολοένα από τις αληθινές μας ανάγκες.

Οι συνέπειες, βέβαια, είναι πολλές. Οι όψεις του εαυτού μας που προορίζονται να οργανώσουν τις ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ αυθεντικές ανάγκες, φαντάζουν στα ίδια μας τα μάτια απειλητικές, επικίνδυνες για τη “συμμόρφωσή” μας· γιατί η εξατομίκευσή μας μπορεί να επιφέρει συγκρούσεις και την επιθετικότητα του μητρικού σώματος, συμβολιζόμενο από την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Όσο λοιπόν περισσότερο συναινούμε στην άνευ όρων παράδοσή μας στον φυσικό ή οποιονδήποτε συμβολικό γονιό, τόσο περισσότερες “επαναστατικές” μας όψεις μας παίρνουν τον δρόμο προς τη Σκιά μας.

 

 

Post A Comment

Ένα οδοιπορικό στην ύπαρξη και τη στιγμή, στα μυστήρια της ανθρώπινης εμπειρίας και της προσωπικής πραγματικότητας, στον καθρέφτη και τις Σκιές των ματιών του Άλλου – (Το 1ο βιβλίο μου, Μάιος 2017)

On my approach PSP, for improvised embodied interaction

25 μικρά κείμενα και εικόνες για τον έρωτα, την αγάπη, τον πόθο και τη ζωή [Τετράδιο Α] – (Το 3ο βιβλίο μου, Φεβρουάριος 2018)

Δείγματα παρουσιάσεων διαφορετικής θεματολογίας, για γόνιμη ανταλλαγή πομπών – δεκτών [Σκρά 12, Θεσσαλονίκη]

Μια επίσκεψη στα άδυτα των στιγμών και των ημερών μας – (Το 2ο βιβλίο μου, Ιανουάριος 2018)

…από αυτά που θα ήθελα να είχα πει εγώ αλλά με πρόλαβαν άλλοι…

Κάποιες δραστηριότητες και συνεργασίες – αυτόνομες ή περιοδικές

Σκόρπιες σημειώσεις για μικρά και μεγάλα πράγματα και για ό,τι ξεπετιέται μέσα μου με διάφορες αφορμές

Αποσπάσματα του βιβλίου μου «Σκιά: ο σιωπηλός σύντροφος στο ταξίδι της ζωής μας»

Βίντεο με κείμενο που διαβάζεται ζωντανά, με συνοδεία μουσικής και ξενάγηση σε λεπτομέρειες των εικόνων του βιβλίου

Αποσπάσματα του βιβλίου μου «Σημιειώσεις για σένα»

Περιεχόμενα, οπισθόφυλλο, συντελεστές, ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗΣ πολλών σελλίδων

Επιλογές από το κείμενο ως σύντομες αυτόνομες αναρτήσεις

Αποσπάσματα του βιβλίου μου «Ο χορός των θαυμάτων: τα μεγάλα ταξίδια στα μικρά βήματα»

Συντελεστές, περιεχόμενα, έκδοση, και σταδιακή ανάρτηση ΟΛΩΝ των κειμένων

  • Kατηγορίες

  • Αρχείο

  • Ο χορός των θαυμάτων

  • Σκιά: ο σιωπηλός σύντροφος στο ταξίδι της ζωής μας

  • Σημειώσεις για σένα

  • Tags

  • Subscribe to my blog

  • Professional Facebook Page