….. ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΕΣ ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ 1980,


ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ «ARS MORIENDI» ΤΟ 2000

ΚΑΙ ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ 
ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ «ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΦΙΛΜ» ΤΟ 2005 ….

 

 

ένα σημείωμα από το παρόν του 2015, για μια εντελώς ασήμαντη δουλειά του πάρα πολύ μακρινού παρελθόντος, η οποία, αν και τότε δεν είχε κανέναν λόγο να ζητά απολύτως κανένα σημείωμα, το κερδίζει τώρα, για κάποιους πολύ ξεχωριστούς λόγους…

 

«Deja Vu» λεγόταν μια συλλογή μικρών ιστοριών που έγραψα στην περίοδο 1980-’82, όταν εξερευνούσα διάφορους τρόπους δημιουργικής έκφρασης (προτού εστιαστώ στη μουσική σύνθεση). Τα κείμενα συνοδευόταν από σκίτσα, που φανέρωναν μια τελείως διαφορετική προοπτική της κάθε ιστορίας.

Στα σκίτσα του «Deja Vu», δεν είναι χαρακτηριστική μόνον η γενικότερη σουρεαλιστική τους διάθεση, οι παραμορφώσεις των σχημάτων και των περιγραμμάτων, τα παιχνίδια με την κλίμακα (το μικρό γίνεται μεγάλο, και αντίστροφα).

Κυρίως, είναι ότι ο τρόπος που δομείται η όλη «οπτική σύνθεση», δεν νοιάζεται να «υπηρετήσει» την ιστορία εικονογραφικά, αλλά μάλλον να εκφράσει το πώς αυτή ενσωματώνεται στην εσωτερική μου πραγματικότητα. Οι στάσεις των σωμάτων, αντικείμενα και πρόσωπα που προστίθενται, οι σχέσεις τους, όλα εξυπηρετούσαν συνειδητά την «εσωτερική» εκδοχή της ιστορίας, άσχετα από το την εξέλιξη των όποιων γεγονότων της.

Τελικά, ο παρατηρητής, επιδρά πάντα στο παρατηρούμενο, και μάλιστα άμεσα, καθώς το αντιλαμβάνεται…

Αυτό είναι μια κλασική θέση, που έρχεται και από την κβαντική φυσική και από τη φαινομενολογική θεωρία πεδίου της προοπτικής Gestalt. Και πιστεύω πως ισχύει για όλους μας με διαφορετικούς τρόπους και αποτελέσματα, άσχετα από το αν εκφράζονται καλλιτεχνικά ή όχι αυτά τα αποτελέσματα.

Πιστεύω πως στα σκίτσα του «Deja Vu», φάνηκε ο τρόπος με τον οποίο ένα εξωτερικό  ερέθισμα (το κείμενο της ιστορίας στη συγκεκριμένη περίπτωση) μετασχηματίζεται την ίδια στιγμή που  το λαμβάνω.

Αυτό όμως συνέβη χωρίς να έχω καθόλου στο μυαλό μου να πειραματιστώ με την πασίγνωστη αυτή στοιχειώδη λειτουργία των μεταμορφώσεων που συμβαίνουν σε κάθε είδους καλλιτεχνική έκφραση. Έκανα το πρώτο σκίτσο μόνο για την χαρά να τραβήξω μερικές γραμμές σε ένα χαρτί.

Ωστόσο, όταν το είδα προσεχτικότερα, θυμήθηκα αστραπιαία ένα από τα αγαπημένα μου παιδικά παιχνίδια. Τρέχαμε εδώ κι εκεί, κάποιος χτυπούσε τα χέρια του, κι εμείς παγώναμε σε ασυνήθιστες στάσεις.

Ακόμα θυμάμαι ολοζώντανα πόσο μου άρεσε να παρατηρώ τις παγωμένες φιγούρες.

Έμοιαζαν τόσο διαφορετικές από τις καθιερωμένες καθημερινές και «πραγματικές» μορφές… Φαινόταν να ανήκουν σε έναν άλλον κόσμο, θαρρείς παλλόμενες στην ακινησία τους, να λένε τις δικές τους ιστορίες μόνο και μόνο με το να στέκονται εκεί.

Ήταν σαν η συνηθισμένη πραγματικότητα να «ξεχείλωνε» δραματικά, να μεταλλασσόταν σε μια συναρπαστική εσωτερική εμπειρία. Κι έτσι, κινητοποιημένος από τα συναισθήματα αυτής της μνήμης, αποφάσισα να προχωρήσω παραπέρα, καθαρά για την απόλαυση που προσέφερε αυτός ο συνειρμός.

Αποφάσισα να αφήσω συνειδητά τις ιστορίες να μεταμορφωθούν οπτικά. Να αρπάξω οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ξεπηδούσαν στη στιγμή, καθώς φανταζόμουν οπτικά τη ροή της πλοκής διαβάζοντας το κείμενο, άσχετα αν αυτές οι λεπτομέρειες είχαν ή όχι σημασία για τα γεγονότα της ιστορίας. Να παραμορφώσω ελεύθερα τα περιγράμματα, τα σχήματα, τα σώματα, τα αντικείμενα, να τα πλάθω με τη φαντασία καθώς τα διαβάζω, χωρίς να νοιάζομαι για τα μεγέθη και τις ρεαλιστικές τους σχέσεις.

Και βέβαια, αυτό συμβαίνει πάντα, έτσι κι αλλιώς, σε όλους μας, άσχετα αν το παρατηρούμε ή όχι. Κι εγώ, τότε, δεν είχα καμμία απολύτως θεωρητική αναφορά για ό,τι έκανα. Όμως αποφάσισα να αφεθώ συνειδητά σε αυτό το «πείραμα», ως μια «στυλιστική» άποψη για τα επόμενα σκίτσα, απολαμβάνοντας απλά ένα παιχνίδι με τη δημιουργικότητά μου.

Kαι όλα αυτά ίσως έχουν κάποιο νόημα μόνο σε ένα προσωπικό επίπεδο, και δεν θα ήταν ίσως σημαντικά για να τα αναφέρω εδώ. Κι ακόμη περισσότερο, αφού το «Deja Vu» δεν είχε από τότε κανένα καλλιτεχνικό νόημα για μένα. Ποτέ μου δεν ενδιαφέρθηκα ούτε προσπάθησα να γίνω ζωγράφος. Η όποια «εικαστική αξία» εκείνων των σκίτσων, μου ήταν εντελώς αδιάφορη, και ποτέ δεν τα θεώρησα μέρος των καλλιτεχνικών μου ενασχολήσεων. Άλλωστε, από τότε, ποτέ δεν καταπιάστηκα και πάλι με κάτι ανάλογο, αφού εκείνη την περίοδο έμπαινα κιόλας στο μαγευτικό πεδίο της μουσικής.

Ακόμη και 20 χρόνια αργότερα, κάνοντας τις εικόνες του «Ars Moriendi», δεν θεωρούσα ότι συνεχίζω μια «εικαστική πορεία». Και ούτε είχα στο μεταξύ στηρίξει θεωρητικά κάπως περισσότερο εκείνο το «παλιό» πείραμα. Απλά, στο «Ars Moriendi», αφέθηκα συνειδητά σε ένα ανάλογο «στυλιστικό» παιχνίδι προκαλώντας τη φαντασία, μέσα στα πλαίσια των στόχων του συγκεκριμένου έργου.

Ωστόσο, υπάρχει κάποιος σοβαρός για μένα λόγος που γράφω τώρα αυτό το σημείωμα.

Και αυτό είναι, ότι καθώς περνούσαν τα χρόνια, εκείνη η τότε εμπειρία, έγινε ένα είδος «πρώτης ύλης» που μου χρησίμεψε πολύ πολύ αργότερα.

Αυτό έγινε 34 χρόνια περίπου μετά. Στο πεδίο της ψυχοθεραπείας, ανέπτυξα με τον τρόπο μου κάποια σημεία της διαδικασίας με την οποία, αυτό που «ήδη είναι» ο παρατηρητής, διαμορφώνει αυτό που αντιλαμβάνεται. Οπότε, η τότε εμπειρία έγινε η βάση έμπνευσης στην οποία τελικά σχημάτισα την έννοια του «προσωπικού φιλμ», επάνω στον στέρεο ιστό της θεωρίας που στηρίζει τη θεραπεία Gestalt.

Και αυτή η έννοια του «προσωπικού φιλμ» σημαίνει σήμερα πάρα πολλά στην περίπτωσή μου. Είναι:
 (α) το κέντρο της προσωπικής μου μεθόδου PSP (Process-Stage-Praxis), 
(β) ο θεμέλιος λίθος κάθε εκπαιδευτικής αντίληψης που έχω για το Playback Θέατρο,
 (γ) ένα πολύτιμο συμπληρωματικό εργαλείο σε κάθε όψη της δουλειάς μου ως ψυχοθεραπευτής Gestalt.

Είναι κάπως αστείο και για μένα άξιο να σημειωθεί, πως τόσα χρόνια πριν, πίσω στα 1980, δεν είχα καμμία επίγνωση τι πλούτος ιδεών θα ξεπηδούσε από εκείνον τον απλό κεφάτο πειραματισμό με τη «θέαση» της πραγματικότητας. Το ίδιο ανυποψίαστος ήμουν και με τις εικόνες του «Ars Moriendi», που έγιναν πολλά χρόνια μετά το «Deja Vu», αλλά ακόμη πριν την εμφάνιση της ιδέας του «προσωπικού φιλμ» (που μάλιστα ούτε καν προέκυψε από τον χώρο της τέχνης).

Για μένα, σε ένα βαθύτερο όμως επίπεδο, είναι σα να άρχισε με το «Deja Vu» μια γραμμή συνέχειας από το 1980 (ή ίσως και από την εποχή εκείνου του παιδικού παιχνιδιού), που φτάνει μέχρι το 2011.
Μια βιωματική γραμμή συνέχειας της προσωπικής μου εμπειρίας.
Η οποία διαπερνά τον κάθε διαφορετικό καμβά στον οποίο εκάστοτε επέλεγα να βιώνω τα γεγονότα της ζωής μου.

Και τώρα γνωρίζω πως η ζωή φαίνεται κάπως αστεία και παράξενη… όταν αόρατες συνδέσεις εισρέουν ξαφνικά στην επίγνωση… Κι εγώ, σέβομαι ακόμη περισσότερο το θαύμα της ζωής και της εμπειρίας της…

Έτσι, το «Deja Vu» ήταν κατά κάποιον τρόπο ένα «αληθινό» deja vu φαινόμενο, μόνο που κατά μία έννοια αντανακλούσε το μέλλον…

Και τελικά, πιστέψτε με, τότε, εκεί «πίσω», τιτλοφόρησα έτσι τη δουλειά μου, μη γνωρίζοντας ακόμη τη μελλοντική της σημασία για την πορεία μου, και βέβαια μη γνωρίζοντας τίποτα από όλα αυτά που γράφω τώρα…