Ακολουθούν οι υπότιτλοι και κάποιες κεντρικές ιδέες των θεμάτων και των διαλέξεων και των αντίστοιχων βιωματικών ομάδων – εργαστηρίων της βασικής δομής του προγράμματος, η οποία όμως μπορεί να τροποποιηθεί ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες και συνθήκες.

Οι 5 αυτές ενότητες, είναι μέρος ενός ταξιδιού προς την “άλλη μεριά του καθρέφτη” στον οποίο μετατρέπονται τα μάτια του Άλλου όταν τον συναντούμε.

Αν και οι 5 είναι αυτόνομες θεματικά, αποτελούν ταυτόχρονα και μία ενιαία ευρύτερη ματιά στην έννοια της “σχέσης”.

 

 

ΟΙ βασικοί άξονες σκέψης που στηρίζουν το υλικό του Προγράμματος.

Μία από τις κεντρικές ιδέες αυτού του υλικού, είναι ότι η σχέση, αντιμετωπίζεται ως μια θεμελιακή ανθρώπινη ανάγκη, που εκπηγάζει από την ίδια τη δομή της ανθρώπινης ψυχής και τις λειτουργίες της.

Ως ένας ιδιαίτερος “χώρος”, μια ξεχωριστή διάσταση ύπαρξης, που συνιστά κάτι περισσότερο από το απλό άθροισμα των ατόμων που την απαρτίζουν.

Ή, αλλιώς, η σχέση δεν είναι απλά το αριθμητικό άθροισμα κάποιων ανθρώπων που αλληλεπιδρούν. Αυτός ο τόσο ιδιαίτερος “ενδιάμεσος χώρος” ανθρώπων που συναντιούνται, φαίνεται να διαθέτει τα δικά του ξεχωριστά γνωρίσματα, και να συντίθεται ενσώματα, συναισθηματικά και νοητικά από τα πρόσωπα που τον φτιάχνουν.

Επίσης, η σχέση μοιάζει να λειτουργεί πέρα από τις προσδοκίες μας να εκπληρώνουμε το ιδανικό μας για πρίγκιπες και πριγκίπισσες. Άλλωστε η σχέση έχει ανάγκες. Χρειάζεται φροντίδα, εμπιστοσύνη στις αντοχές της και στη διαρκή μεταβολή της, καθώς και πλαίσια ανάλογα με την εκάστοτε φύση της.

Και κυρίως, η σχέση δεν είναι ταυτόσημη με την κοντινότητα. Η ανάπτυξή της στηρίζεται περισσότερο στην αποδοχή της διαφοράς, και κατά μείζονα λόγο στην ευελιξία μας να πλησιάζουμε “προς” και να απομακρυνόμαστε “από” τον Άλλον, σε έναν αέναο χορό εγγύτητας και απόστασης.

Έτσι, εξαρτάται αναπόφευκτα τόσο από άλλες ψυχικές ιδιότητες (όπως η υπαρξιακή μοναξιά), όσο και από τις ευρύτερες συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνουμε και διαμορφώνουμε το ψυχικό μας τοπίο, τον τρόπο μας να ερωτευόμαστε και να αγαπούμε, τη ματιά μας για τη φθορά και το θάνατο, την ικανότητά μας να προσδίδουμε με ευθύνη το νόημα στην κάθε στιγμή της ζωής μας.

 

Μία άλλη κεντρική ιδέα του υλικού αυτού είναι η εξής. Η τάση μας να σχετιζόμαστε μπορεί να ριζώνει στη σχεσιακή υφή της ανθρώπινης φύσης, όμως εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Οι τρόποι αυτοί αφορούν πολλές διαφορετικές επί μέρους ανάγκες και λειτουργίες μας, συχνά αντιφατικές μεταξύ τους, κάτι που στις μέρες μας γεννά άγχη, συγχύσεις, βασικές παρανοήσεις.

Και ωθούμενοι από αυτές τις σχεσιακές μας ανάγκες, εκδηλώνουμε διάφορες όψεις του Εαυτού μας – αν ορίσουμε την έννοια του Εαυτού δυναμικά, ως το σύνολο των εκδηλώσεών μας ζώντας μέσα στον κόσμο. 

Κάποιες από αυτές τις όψεις καθορίζονται από την ανάγκη μας για ψυχική εγγύτητα, να αγαπούμε και να αγαπιόμαστε, να συμπορευόμαστε με τον Άλλον, να μοιραζόμαστε τον κόσμο μας, να παίρνουμε και να προσφέρουμε φροντίδα και προστασία.

Κάποιες άλλες όψεις μας καθορίζονται από την ανάγκη μας να υπερβαίνουμε τα όριά μας και τις διαφορές μας με τον οποιονδήποτε Άλλον, και να βουτάμε στη συγκλονιστική δίνη και την πολύχρωμη ομίχλη του έρωτα. 

Και κάποιες άλλες έχουν στη βάση τους την αναζήτηση των χθόνιων ριζών μας, τη βίωση της πρωτογενούς ζωικότητας που χαρακτηρίζει τον σεξουαλικό μας Εαυτό.

Και όλες αυτές οι όψεις μας φαίνεται να συνδιαλέγονται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της βαθιάς και πανανθρώπινης ανάγκης για ασφάλεια και ανάπτυξη συστημάτων δεσμών.

 

Πυρήνας αυτών των ενοτήτων είναι η σκέψη πως ο έρωτας, η σεξουαλική επιθυμία, και η συντροφική σχέση, ως εκδηλώσεις της ευρύτερης ανάγκης μας να συναντήσουμε τον Άλλον, αντιπροσωπεύουν ξεχωριστές περιοχές και επί μέρους ανάγκες της ύπαρξής μας.

Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι οι ανάγκες αυτές ανθοφορούν σε διαφορετικό έδαφος η κάθε μία – και μάλιστα αντιφατικό: όπου ευδοκιμεί η μία περνούν στο φόντο ή και μαραίνονται οι άλλες.

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να υπερτονιστεί η μία για να ικανοποιηθούν από το περίσσευμα και οι άλλες (όσο και να φάμε δεν ξεδιψούμε).

Όμως οι τερατόμορφες τεχνοκρατικές και καταναλωτικές μας κοινωνίες, για να επιβιώσουν, φαίνεται να είναι επιλεκτικές ως προς το τι “επιτρέπεται” να επιθυμούμε και τι όχι.

Επίσης, η εκπαίδευσή μας και το μεγάλωμά μας φροντίζουν περίτεχνα να βλέπουμε με βδελυγμία, εμείς οι ίδιοι, πολλές από τις όψεις του Εαυτού μας και τις ανάγκες μας ως “σκοτεινές”, ως στίγματα και αναπηρίες.

Φροντίζουν να ξεχνούμε πως ό,τι είμαστε είναι ολοδικό μας συστατικό, τόσο φυσιολογικό όσο τα πέντε δάχτυλα των χεριών και των ποδιών μας.

Πως αυτό που έχει σημασία δεν είναι ό,τι αναβλύζει πρωτογενώς από μέσα μας ως ανάγκη, αλλά η ευθύνη της διαχείρισής του. Και συχνά καθίσταται συλλογική αξία ο αυτο-ευνουχισμός, αντί της διδασκαλίας του επώδυνου παιχνιδιού της αποδοχής του Εαυτού μας, του πώς να τον αγκαλιάζουμε ολόκληρον, τόσο με αγάπη όσο και με ευθύνη σε εμάς και τους Άλλους.

Έτσι, έρωτας, αγάπη, πόθος, συχνά μεταλλάσσονται σε ένα αμείλικτο χωνευτήρι, σε μια μάταιη απόπειρα να εξομαλυνθούν οι ενδογενείς τους αντιφάσεις.

 

Επίσης, μία άλλη θεμελιακή ιδέα αυτών των ενοτήτων, είναι πως η υπαρξιακή μοναξιά (ένα μη περιγράψιμο αλλά κοινό και βαθύ αίσθημα απόστασης από τους Άλλους) διαχωρίζεται από τη διαπροσωπική μοναξιά (την απομόνωσή μας από τους Άλλους).

Σημερινά νευροφυσιολογικά δεδομένα μας φανερώνουν πως η υπαρξιακή μοναξιά μας φαίνεται είναι απόρροια της ίδιας μας της κατασκευής, του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλός μας και συντίθεται η εμπειρία μας.

Οπότε, μάλλον δεν ζούμε σε ένα απολύτως προσωπικό σύμπαν γιατί καταδικαστήκαμε τιμωρητικά στη μοναξιά, δεν εκπέσαμε από κάποιον παράδεισο στον οποίο “θα έπρεπε” να ήμασταν ικανοί να παραμείνουμε. Τα πράγματα συνηγορούν πως είμαστε ως υπάρξεις μόνοι λόγω των “προδιαγραφών” μας.

Και δεν πειράζει. Καθόλου. Άσχετα αν ολόκληρη η καταναλωτική κουλτούρα επιμένει να στιγματίζει και να καταριέται αυτό το γεγονός, δημιουργώντας πανικό και ενοχές. Και κυρίως απομονώνοντας και στιγματίζοντας όποιον τολμά να το αποδεχτεί αναζητώντας τρόπους όχι για να το αλλάξει, αλλά για να ζει ευτυχισμένα στον τεράστιο χώρο και την υγεία των διαπροσωπικών σχέσεων που δημιουργεί αυτή η αποδοχή.

Το σύμπαν μάλλον δεν είναι τόσο άδικο και κακοφτιαγμένο γιατί εμπεριέχει “κακούς” Άλλους που αγνοούν τις προσδοκίες μας και αρνούνται να αναπληρώσουν ό,τι εμείς θεωρούμε πως μας στέρησε η ζωή.

Είμαστε εμείς οι ίδιοι που σκοτώνουμε διαπροσωπικά τον Άλλον όταν τον φορτώνουμε με την προσδοκία να μας απαλλάξει από την υπαρξιακή μας μοναξιά. Όταν θεωρούμε υποχρέωσή του να είναι εδώ για μας, όπως, όταν και όσο τον χρειαζόμαστε – και μάλιστα, να είναι εδώ όχι ως “έτερος” αλλά ως ασπιρίνη στην αδυναμία μας να δεχτούμε την ίδια μας τη φύση. 

Έτσι, από την καθημερινή εμπειρία, φαίνεται ότι λέγοντας “σχέση, πολλές φορές, δεν ξέρουμε τι ακριβώς εννοούμε.

Ότι υπάρχουν πολλές αυταπάτες γύρω από το θέμα της μοναξιάς, και άλλοι τόσοι μύθοι για τη σχέση, που κατά κανόνα συρρικνώνεται σε έναν και μοναδικό ρόλο: να γίνεται ένας τρόπος αποφυγής της μοναξιάς. Όμως, τελικά, μπορούμε κάπως να είμαστε “μαζί”;

Και αν ναι, τι ακριβώς σημαίνει “μαζί”; Ένα είναι το σίγουρο.

Πως οι άνθρωποι, ως όντα, ακριβώς λόγω της σχεσιακής μας φύσης, μπορούμε να επιτύχουμε θαυμάσιες διαπροσωπικές σχέσεις, άσχετα ανα δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε το δεδομένο της υπαρξιακής μας μοναξιάς.

Όμως πρώτα οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη διαφορετικότητά μας και την αυτοτέλεια του Άλλου, να πάψουμε να τον θεωρούμε υπεύθυνο γιατί δεν καταφέρνουμε το ακατόρθωτο:

…να ξεπεράσουμε τα όρια της μοναξιάς που συνεπάγεται η μοναδικότητά μας,
…να βιώσουμε την απόλυτη ψυχική και ενσώματη ένωση με τον “Άλλον”,

…να “νικήσουμε” αυτήν την παράδοξη, γλυκόπικρη νοσταλγία για κάτι που δεν ζήσαμε ποτέ, αυτήν την ανομολόγητη και συχνά  βασανιστική αίσθηση μοναξιάς σε κάθε στιγμή της όποιας σχέσης μας με τον Άλλον,

…να αγνοήσουμε τον αρχετυπικό και πανανθρώπινο φόβο του θανάτου.

 

 

Οι ενότητες του Προγράμματος

 

(1)   “Αυταπάτες της μοναξιάς και μύθοι της σχέσης” 

 

Φαίνεται πως ο καθένας μας είναι “εκ κατασκευής” ον απολύτως μοναδικό – γι’ αυτό και άρχοντας στο δικό του προσωπικό βασίλειο του ενός μόνο κατοίκου… του ίδιου του Εαυτού του.

Τελικά, μάλλον ζούμε εν μέσω μιας προσωπικής κοσμικής “σιγής”, που συχνά παλεύουμε να γεμίσουμε με κραυγές και θορύβους, ακόμα πιο “σιωπηλούς” στη ματαιότητά τους. Συχνά, για να αποφύγουμε τη μοναξιά μας, επιχειρούμε να χυμήξουμε λαίμαργα, χωρίς επίγνωση, σε ψευδαισθήσεις που στην απελπισία μας ονομάζουμε αψήφιστα “σχέση”.

Ο Άλλος, από λιμάνι γίνεται κάστρο που πρέπει να αλωθεί. Από πρόσωπο, όμορφο και λαμπερό στην αυτοτέλειά του, γίνεται αντικείμενο προς χρήση. Η ασφυκτική εξάρτηση και ο ανεξήγητος (και ανομολόγητος) πανικός μας ονομάζονται “καλή σχέση”.

Και τότε, η μεν μοναξιά σφίγγει πιο πολύ τα δεσμά της, η δε καρικατούρα στην οποία μεταμορφώθηκε η “σχέση” μας, εκπέμπει μόνο θλίψη, απογοητεύσεις, και μάταιο θυμό.

Έτσι, οι καιροί μας, εκτός των πολλών άλλων αρχαίων τρόμων που επιβεβαιώνουν, μάλλον επισφραγίζουν και ένα προαιώνιο άγχος μας: ότι σαν υπάρξεις όχι μόνο γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι, αλλά ζούμε και μόνοι “εκ κατασκευής”.

Αν θεωρήσουμε ότι αυτό το δεδομένο δεν μας απαγορεύει να συναντούμε τον Άλλον σε ευτυχείς και ικανοποιητικές σχέσεις, μαθαίνουμε σιγά-σιγά πώς να τον αναζητούμε και να τον βρίσκουμε ως πρόσωπο διαφορετικό από εμάς.

Αν όμως θεωρήσουμε ότι η υπαρξιακή μας μοναξιά πρέπει οπωσδήποτε να ξεπεραστεί για να συναντήσουμε τον Άλλον, πλημμυρίζουμε απόγνωση, αφού είναι αδύνατον να ξεπεράσουμε αυτό που εξορισμού μας είμαστε. Και όσο πεισμώνουμε στη λυσσαλέα ανάγκη να σπάσουμε αυτό το δεδομένο μας, τόσο ακυρωνόμαστε και γεμίζουμε απελπισία και κακία για τη ζωή. 

Κάτι μάλλον συμβαίνει και νιώθουμε πιo μόνοι από ποτέ, ακριβώς όταν κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε τη μοναξιά μας.

Πώς όμως προσπαθούμε να ξεγελάσουμε εμάς τους ίδιους για τη μοναξιά μας;

Πώς συγχέεται τραγικά η υπαρξιακή με τη διαπροσωπική μοναξιά; Με τι μυθικών διαστάσεων προσδοκίες δικές μας τσακίζουμε περίτεχνα τις συναντήσεις μας με τους Άλλους;

Πώς η καταναλωτική κουλτούρα των τεχνοκρατικών μας κοινωνιών συνδράμει στη δημιουργία της αίσθησης ότι ο Άλλος είναι εκεί για να καλύπτει ό,τι δεν πήραμε μέχρι σήμερα, ό,τι τώρα χρειαζόμαστε, και ό,τι θα χρειαστούμε;

Είναι οι σχέσεις μας μια πιθανή απάντηση ή κάποιο είδους αντίβαρο στην εγγενή μοναξιά της ανθρώπινης φύσης μας; Και αν ναι, με ποιόν τρόπο και για ποιες και ποιων ειδών σχέσεις μιλούμε;

 

 

(2)   “Ο χορός των Σκιών στην εμπειρία του έρωτα: γιορτή χωρίς νυμφίους, πένθος χωρίς νεκρό”

Αν δούμε δυναμικά την ανθρώπινη ύπαρξη, ως αυτό που γινόμαστε κάθε στιγμή διαντιδρώντας φυσικά και ψυχικά με τους Άλλους και με ό,τι μας περιβάλλει, ο καθένας μας διαθέτει μία απέραντη παλέτα με άπειρες εν δυνάμεις όψεις του.

Κάποιες από αυτές έχουν να κάνουν με την ανάγκη μας για το βαθύ αίσθημα της αγάπης.

Και κάποιες άλλες αφορούν την ανάγκη μας να υπερβαίνουμε τα όριά μας και να εξαφανίζουμε αστραπιαία τις διαφορές μας με τον οποιονδήποτε Άλλον, βουτώντας στη σαρωτική εμπειρία του έρωτα.

Εκεί, όπου είμαστε σίγουροι ότι γνωριζόμασταν προαιώνια με τον Άλλον… ότι θα είναι για πάντα όλα έτσι, αρμονικά… ότι και μόνο με το χάδι της ματιάς του Άλλου τα θραύσματα ενός σπασμένου κόσμου κάθονται αυτόματα στη θέση τους, ξανασυναρμολογώντας σε μία μόνο στιγμή την εικόνα ολόκληρης ζωής…

Στον έρωτα έχουμε την παράλογη βεβαιότητα ότι γνωριζόμασταν από πάντα με τον Άλλον.

Ότι η συνάντησή μας ήταν ένα μοιραίο γεγονός του οποίου την εξέλιξη τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει.

Σε κάθε στιγμή κυριαρχεί η σχεδόν μεταφυσική βεβαιότητα μιας αρμονίας και μιας βαθύτατης οικειότητας που δεν δικαιολογείται από το πόσο και πώς γνωρίζουμε τον Άλλον.

Το άγγιγμά του ξανα-σχεδιάζει το σωματικό μας περίγραμμα ενσταλάζοντας ομορφιά και δύναμη σε κάθε του πτυχή, ενώ ένα αίσθημα ιερότητας επικάθεται σαν πάχνη σε κάθε μας συνάντηση.    

Και όμως. Πώς γίνεται το μόνο ίσως σταθερό και αιώνιο χαρακτηριστικό του έρωτα να είναι το τέλος του;

Γιατί ο έρωτας είναι τόσο σφιχταγκαλιασμένος με τον θάνατο και την προδοσία; Τι ακριβώς πενθεί ο ερωτευμένος που σπαράζει στο κλάμα;

Πώς συνεχίζει; Σε ποια διαδρομή;

Πώς οι σχέσεις έρωτα διαφέρουν από τις συντροφικές σχέσεις αγάπης;

Ποια είναι ακριβώς τα πρόσωπα που νυμφεύονται στην εμπειρία του έρωτα;

Σε ποιες σκιές κατοικούν και ποιος συναντά ποιον;

Πώς γίνεται διαπερνώντας τον Άλλον να συναντούμε πίσω του το δικό μας είδωλο, και πάλι απαρηγόρητο στη μοναξιά του;

Τι γίνεται και εξανεμίζονται μαγικά οι διαφορές μας μέσα στη σιγουριά πως όταν συναντιόμαστε ως ερωτευμένοι τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει; 

Άραγε παγώνει ο χρόνος για την πριγκίπισσα και το βασιλόπουλο στη στιγμή του φιλιού και του “happy end” των παραμυθιών;

Κι εμείς, γιατί δεν νοιαζόμαστε καθόλου να μάθουμε τι συνέβη στη Χιονάτη και τον πρίγκιπα τριάντα χρόνια μετά;

 

(3)  “Η δύναμη του αρχαίου λύκου στον σεξουαλικό Εαυτό”

 

Το είδος μας προχώρησε έτσι εξελικτικά, που μπορούμε να συλλαμβάνουμε πολύπλοκες αφηρημένες έννοιες, να συγκροτούμε σύνθετους συλλογισμούς, να βιώνουμε βαθιά και λεπτών αποχρώσεων συναισθήματα, να χρησιμοποιούμε τη συνείδηση για να αποκτούμε επίγνωση της ίδιας μας της εμπειρίας και της ύπαρξής μας.

Όσο όμως και αν προχωρούμε, εμπεριέχουμε πάντα όλα τα εξελικτικά μας στρώματα και καθοριζόμαστε από ανάγκες που γεννιούνται επίσης από αυτά και όχι μόνον από ό,τι ονομάζουμε “ανώτερο” επίπεδο ύπαρξης.

Έτσι, όπως και αν σχετιζόμαστε με τον Άλλον, παραμένουμε ενσώματες οντότητες, που έχουμε στη βάση μας την αναζήτηση των χθόνιων ριζών μας, τη βίωση της πρωτογενούς ζωικότητας που χαρακτηρίζει τον σεξουαλικό μας Εαυτό.

Έτσι, μέσα στο συνολικό φάσμα των εξαιρετικά λεπτόπλοκων αναγκών μας, κάποιες από αυτές μας είναι οικείες και προτιμητέες, ιδιαίτερα αν αναγνωρίζονται και υποστηρίζονται από τους κανόνες της συλλογικής μας ζωής.

Κάποιες όμως, για διάφορους λόγους, δεν είναι αποδεκτές ακόμη και από εμάς τους ίδιους.

Τέτοιου είδους παραγνωρισμένες ανάγκες, συχνά έχουν να κάνουνε με τη βίωση αυτής της πρωτογενούς ζωικότητας στη βάση των διάφορων αποχρώσεων της σεξουαλικής μας ταυτότητας. Μιας ζωικότητας παρόμοια με έναν αρχαίο λύκο, που άλλοτε κουρνιάζει γαλήνιος μέσα μας, και άλλοτε γυρεύει αγριεμένος να τραφεί.

Η σεξουαλικότητά μας, μεταξύ των άλλων, δεν είναι παρά μία από τις πολλές εκφράσεις της γήινης υπόστασής μας.

Είναι μία γιορτή με πρωταγωνιστή το σώμα, αναγεννημένο από τη ζωή που του εμφυσεί η πνοή του βασιλείου των αισθήσεων.

Γιατί να είναι τόσο δύσκολο να κρατήσουμε υγιή τον λύκο μέσα μας χωρίς να τον “εξημερώσουμε” σε αποστειρωμένα κλουβιά, χωρίς να τον μετατρέψουμε σε καρικατούρα διαδικτυακής πορνογραφίας, χωρίς να τον τεμαχίσουμε για να χωρέσει σε αποστακτήρες νοητικών ή ακόμη και πνευματικών αναζητήσεων που εξαερώνουν την πρωτογενή του ορμή; Πώς γίνεται και τόσο εύκολα τον παραμελούμε;

Τι κάνουμε όταν στην απόγνωσή του κατασπαράζει εμάς τους ίδιους;

Και πώς όλα αυτά σχετίζονται με τα ψευδοπόδια που εκβάλλει η αμοιβάδα κινούμενη, με τους βρικόλακες, τους λυκανθρώπους και τα θρίλερ;

Ή, γιατί στα σχολεία μαγείας των μύθων, στο μάθημα της μεταμόρφωσης, μία επίμονη σύσταση των αρχαίων δασκάλων-μάγων στους μαθητευόμενους μάγους ήταν να μην παραμένουν για πολύ στο σώμα του ζώου που επέλεγαν να μεταμορφωθούν, όταν κατά καιρούς επιθυμούσαν να νιώσουν τον κόσμο πέρα από τα στενά όρια της ανθρώπινης συνείδησης;

 

(4)   “…στους αιρετικούς της αγάπης: η σχέση διάρκειας, δέσμευσης και οικειότητας”

 

Στις μέρες μας, οι αρχέγονοι τρόμοι της υπαρξιακής μας μοναξιάς, η ματαιότητα και η ωμή βία, καλύπτονται πολύ καλά πίσω από πάμπολλα προπετάσματα – ας πούμε, χαμογελαστή εξυπηρέτηση πελατών, δελτία ειδήσεων, δόσεις δανείων, φόρους, φιλίες, παιχνιδιάρικα “like” του face-book, κοκ.

Τα αδιέξοδα καμουφλάρονται καλά σε ένα απατηλό διαδικτυακό τοπίο δήθεν απειρίας επιλογών, όμως το άτομο ασφυκτιά παγωμένο σε μια διαρκή αόρατη απειλή και ένα αενάως ανανεούμενο κρυφό τραύμα που ματώνει ασταμάτητα. 

Σε ένα τέτοιο φόντο η αναζήτηση του Άλλου και μία βαθιά και διαρκής σχέση μαζί του αποκτά τεράστια σημασία – αλλά μάλλον αυτή η ίδια η αναγκαιότητά της την παραμορφώνει θεμελιακά και ως ζητούμενο και ως διαδρομή.

Τι θέλουμε τελικά από τον Άλλον ζητώντας μία “σοβαρή” σχέση μαζί του; Χαρά, ηδονή, ασφάλεια; Να γίνει η απάντηση σε όσα χρειαζόμασταν και δεν πήραμε και ούτε πρόκειται ποτέ να πάρουμε;

Συχνά τα ζητούμε όλα μαζί σε τόνους προσδοκιών πρωταθλητισμού: να είναι ο τέλειος σύντροφος, ο συναρπαστικός φίλος, ο αξεπέραστος εραστής, ο σφοδρότερος και αιώνιος έρωτάς μας, ο συνεννοήσιμος πατέρας ή μητέρα των παιδιών μας, πηγή και ασφάλειας και ελευθερίας, συνεταίρος με τον οποίο φροντίζουμε το σπιτικό μας, πληρώνουμε τους λογαριασμούς, ψωνίζουμε, μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, κοκ.

Και όταν κάτι από όλα αυτά δεν καλύπτεται ή όταν εμείς δεν είμαστε ευχαριστημένοι με όλα αυτά, κατηγορούμε τον Άλλον ή νιώθουμε εμείς ένοχοι, βέβαιοι ότι κάτι δεν πάει καλά στη σχέση μας.

Άραγε αναρωτηθήκαμε ποτέ πόσοι πραγματικά υπάρχουμε σε μία σχέση οικειότητας και διάρκειας, και τι ρόλο παίζει ο αρχαίος πόνος όταν αφήσαμε πίσω μας την ασφάλεια των πρώτων χρόνων μας στη ζωή;

Μήπως η μόνιμη εγγύτητα δεν είναι κριτήριο “καλής” σχέσης; Τι σημαίνει “δεσμεύομαι” μαζί σου;

Και αν μπω μαζί σου σε μια τέτοια σχέση, σημαίνει ότι δεν πρέπει να ερωτευτώ ή να ποθήσω ξανά κανέναν Άλλον; Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχουν κατάλληλοι “Άλλοι” για τις ανάγκες μου, παρά την επιθυμία μου να σχετιστώ;

Ίσως, κάτι να μάθουμε για όλα αυτά, αν τολμούμε να διδασκόμαστε από την προδοσία.

Πρώτα από την προδοσία του Άλλου, που επιμένει να διαφέρει, όσο κι αν χρειαζόμαστε να τον βλέπουμε ίδιο με εμάς, όσο και αν τον εκλιπαρούμε ή τον τρομοκρατούμε για να ταιριάξει Προκρούστεια στις προσδοκίες μας.

Και έπειτα, από την εξίσου αναπόφευκτη δική μας προδοσία στον Άλλον, αφού και εμείς αντιστεκόμαστε το ίδιο σθεναρά στις προσδοκίες του.

 

(5)   “Το απτό σώμα και η φασματική παρουσία του Άλλου στον έρωτα, στην αγάπη, στο σεξ”

Το σώμα μας δεν είναι μόνο το «σώμα-αντικείμενο» που μπορούμε να το μυρίσουμε, να το αγγίξουμε. Είναι και το “βιωμένο-σώμα”, το ίδιο το μέσον με το οποίο μυρίζουμε, αγγίζουμε, είναι το πρωταρχικό υποκείμενο της εμπειρίας μας.

Οι σκέψεις μας και τα συναισθήματα μας, οι προθέσεις και οι επιθυμίες μας, δεν είναι άυλες οντότητες που πλέουν μέσα στο κεφάλι μας, αλλά έχουν σαφώς ενσώματη βάση.

Οι ιστορίες μας είναι χαραγμένες στο σώμα μας πολύ προτού αποσταχτούν από το νου μας σε αφηγήσεις.

Και το σώμα μας δεν συμμετέχει απλά στη μνήμη μας, αλλά είναι η ίδια μας η μνήμη. Και το σώμα μας γεννά έναν ολόκληρο κόσμο σημασιών γύρω από τον τρόπο που στέκεται και κινείται, οι οποίες επιδρούν καθοριστικά στις σημασίες με τις οποίες βιώνουμε ολόκληρον τον κόσμο και νοητικά και συναισθηματικά.

Άλλωστε, στις ζωντανές μας συναντήσεις, το σώμα δεν συμμετέχει μόνο όταν αγγιζόμαστε, αλλά διεκπεραιώνει εξωλεκτικά και μη συνειδητά το 88% των διαδικασιών της συνάντησης.

Ως όντα σχεσιακά, αναζητούμε με πολλούς τρόπους τον Άλλον.

Και όταν τον συναντούμε με οποιονδήποτε τρόπο στη φυσική πραγματικότητα, τον συναντούμε πάντα ενσώματα. Ακόμη και η απουσία του καθορίζει το σώμα μας, αφού ως όντα ολιστικά, ό,τι νιώθουμε ή σκεφτόμαστε δεν γίνεται να αφήνει αμέτοχο αυτόν τον ναό της ψυχής μας.

Όμως η εμπειρία του Άλλου εξαρτάται από το ευρύτερο πλαίσιο της σχέσης μας με τον Άλλον, οπότε και η ενσώματη όψη της εμπειρίας αυτής εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε.

Πώς βιώνουμε το σώμα μας όταν ερωτευόμαστε τον Άλλον, όταν τον αγαπούμε, όταν τον ποθούμε και τον αγγίζουμε σεξουαλικά; 

Σε κάθε μία από αυτές τις καταστάσεις, άραγε αλλάζει η αγκαλιά μας ή και η δική μας ανάγκη για αγκαλιά; Άραγε το σώμα μας και το σώμα του Άλλου νοηματοδοτούνται διαφορετικά;

Και αν ναι, πώς, και ποιον ακριβώς αγγίζουμε στις καταστάσεις αυτές;

Τι συμβαίνει και φροντίζουμε ή παραμελούμε το σώμα μας με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε μία από αυτές τις εμπειρίες;

Πότε και πώς το σώμα του Άλλου γίνεται απλό αντικείμενο και πότε η πύλη για την ίδια του την ύπαρξη;

Γιατί έχει τόση σημασία ο τρόπος με τον οποίον συνεργάστηκαν με τη βαρύτητα τα πρώτα χέρια που μας κράτησαν αγκαλιά;

Και, πώς γίνεται και τελικά, όπως και όσο σφιχτά και αν αγκαλιαστούμε ως σύντροφοι, ερωτευμένοι ή εραστές, παραμένουμε πάντα φασματικοί και εμείς και ο Άλλος, πάντα μεγαλόπρεποι, παρόντες και οικείοι μέσα από την απουσία μας;