ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ PLAYBACK ΘΕΑΤΡΟ

Η άποψή μου για το
PLAYBACK ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
αναπτύσσεται στην τελευταία ενότητα αυτής της σελίδας, και είναι πάλι απόσπασμα από το βιβλίο μου.

 

Το αρχικό σχήμα του Playback συγκροτήθηκε στα 1975, από τον Jonathan Fox και άλλους. Ήταν μέρος των θεατρικών πειραματικών αναζητήσεων της δεκαετίας εκείνης. Σήμερα, το Playback έχει διαδοθεί σε όλον τον κόσμο. Υπάρχουν περισσότερες από 250 ομάδες, που λειτουργούν σε διαφορετικές χώρες.

Σε αυτό το είδος αυτοσχεδιαστικής θεατρικής “πράξης” δεν προϋπάρχει κάποιο έργο ή οποιοσδήποτε άλλος “σεναριακός” οδηγός επάνω στον οποίο έχει προηγηθεί κάποια προετοιμασία για να παρουσιαστεί. Η παράσταση συν-δημιουργείται από το κοινό, τους ηθοποιούς (περιλαμβάνεται και ο μουσικός), και έναν συντονιστή.

Η “πρώτη ύλη” της παράστασης διατίθεται από το κοινόᅠ

Ιστορίες, όνειρα, στιγμιότυπα, προσδοκίες, σημαντικά και ασήμαντα γεγονότα καθημερινής ζωής. Θέματα με τα οποία είμαστε όλοι μας εξοικειωμένοι, και τα οποία όμως ταυτόχρονα βιώνουμε με απόλυτα προσωπικό τρόπο ο καθένας.

Το Playback είναι ένα “Θέατρο – δώρο”. Δημιουργεί έναν τελετουργικό χώρο όπου η κάθε φωνή μπορεί να ακουστεί με την ιστορία της. Η ιστορία ας είναι “δύσκολη”, συνηθισμένη, ασυνήθιστη, “καλυμμένη” ή φορτισμένη. Πάντα θα βρει χώρο να ειπωθεί και να ακουστεί. Άλλωστε, είναι μοναδική και μοναδικής αξίας: και ακριβώς γι αυτό νοηματοδοτείται τόσο πολύ η αφήγησή της στα πλαίσια της “κοινότητας” που δημιουργείται στη διάρκεια της παράστασης.

Τέτοιες αφηγήσεις “ζωντανεύουν” στη σκηνή του Playback μέσα από τον αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών. Δεν προηγείται καμία συζήτηση ή προετοιμασία μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι μία ισχυρή και βαθειά εμπειρία, που εμπλουτίζει τους ηθοποιούς και το κοινό τόσο στη διάρκεια της παράστασης όσο και μετά το πέρας της.

Μία ομάδα Playback, αποτελείται από 5-7 ηθοποιούς, έναν μουσικό και έναν συντονιστή. Ο συντονιστής είναι ο σύνδεσμος μεταξύ του κοινού και των ηθοποιών, και υπεύθυνος για τη ροή της παράστασης.

Η παράσταση Playback ξεκινά με μια σύντομη εισαγωγή του συντονιστή ᅠ

για τη φύση αυτού που πρόκειται να παρακολουθήσει το κοινό, και οτιδήποτε αφορά την ομάδα και τη συγκεκριμένη βραδιά. Έπειτα, η παράσταση δομείται με περιόδους αλληλοδιάδοχων “γεγονότων” αφηγήσεων και σκηνικού αυτοσχεδιασμού. Στην αρχή κάθε τέτοιου γεγονότος, κάποιος από το κοινό δηλώνει την επιθυμία του να καταθέσει κάποια εμπειρία του. Η αφήγηση παίρνει σχήμα μέσα από μία σύντομη συνέντευξη του συντονιστή με τον αφηγητή. Ο συντονιστής στρέφεται προς τους ηθοποιούς και τους ζητά να αρχίσουν τον αυτοσχεδιασμό. Ο αφηγητής έχει τη δυνατότητα να “διανείμει” κατά βούληση ρόλους στους ηθοποιούς: να δει επί σκηνής πρόσωπα, συναισθήματα, καταστάσεις, αντικείμενα, οτιδήποτε κλπ.

Ο αφηγητής παρακολουθεί την ιστορία του να δραματοποιείται άμεσα (“played-back”) στη σκηνή. Μετά το τέλος του αυτοσχεδιασμού, ο συντονιστής ρωτά τον αφηγητή για την εμπειρία του. Ο συντονιστής στρέφεται προς το κοινό, προσκαλώντας την επόμενη ιστορία.

Καθώς ο αφηγητής βλέπει την εμπειρία του να πάλλεται από ζωή, εκεί, στη σκηνή, μπροστά στα μάτια του, αναπτύσσει μία νέα εμπειρία, στο εδώ και τώρα του. Στο Playback, η ιστορία παίρνει ζωή ως μία άμεση, τωρινή διαδικασία. Δεν είναι πια μια απλή αλληλουχία γεγονότων και λέξεων, ναρκωμένη ή επιλεκτικά φιλτραρισμένη κάπου στη μνήμη. Δεν είναι μία νεκρή, “αποξηραμένη” δήλωση γεγονότων, στριμωγμένων μέσα σε έναν νοητικό μόνον χώρο.

Η αφήγηση αποκτά μία πολυδιάστατη όψη καθώς αυτό που συνέβη “τότε” θεμελιώνεται συγκινησιακά στο “τώρα” με τη δράση των ηθοποιών. Γίνεται μία ζωντανή μορφή εμπειρίας, αποκτά ένα νέο παροντικό νόημα, αφού ο αφηγητής έχει την ευκαιρία να προσδώσει στην ιστορία του την ολότητα που του ταιριάζει καλύτερα στο τώρα του. Μία νέα εμπειρία αναδύεται από ένα “παλιό” υλικό.

Παράλληλα, οι υπόλοιποι θεατές μπορεί να νιώσουν αναλογίες με γεγονότα της δικής τους ζωής. Καθώς όλοι τους μοιράζονται μία κοινή αισθητική εμπειρία, ξεπηδούν ως κοινοί παρονομαστές πολλά υπαρξιακά πανανθρώπινα θέματα, που λανθάνουν κάτω από κάθε εξατομικευμένο γεγονός ζωής.

Το Playback έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί σε πολλά πλαίσια και με πολλούς στόχουςᅠ

Από μία ανοιχτή στο κοινό παράσταση αυτοσχεδιαστικού θεάτρου, ως μία επαγγελματική παροχή σε πολλούς χώρους (Οργανισμοί, εκπαίδευση, και διάφορες άλλες περιοχές του ευρύτερου κοινωνικού πεδίου).

Με το Playback μπορεί να ασχοληθεί ο καθένας και απευθύνεται σε όλους. Δεν υπάρχουν ηλικίες και “δεξιότητες” που οπωσδήποτε προαπαιτούνται. Ασφαλώς, το να παίξει κάποιος στη σκηνή του Playback απαιτείται πολλή και σοβαρή εκπαίδευση, ενώ οποιαδήποτε προηγούμενη σκηνική εμπειρία σε οποιαδήποτε μορφή σκηνικής αλληλεπίδρασης είναι σίγουρα αξιοποιήσιμο θεμέλιο για τον εκπαιδευόμενο ηθοποιό ή συντονιστή. Ωστόσο, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί πως ο καθένας μπορεί να ασχοληθεί με το Playback, με τον δικό του τρόπο.

Αρκεί να επιθυμεί: την αλληλεπίδραση και το μοίρασμα με Άλλους, το άνοιγμα της προσωπικής εσωτερικής πραγματικότητας προς αυτούς, τον συσχετισμό της με την πραγματικότητα των αφηγητών και των άλλων ηθοποιών, την ακρόαση των άλλων ανθρώπων με έναν ξεχωριστό τρόπο και με την ευθύνη της επαφής μαζί τους, το “παιχνίδι” με τον ενθουσιασμό, την αυθεντικότητα και τον ζήλο ενός παιδιού, την ανάπτυξη των εκφραστικών του μέσων και δεξιοτήτων, τη δουλειά της σχεσιακής του επίγνωσης σε συνδυασμό με την προσωπική ανάπτυξη.

“Μήπως έχεις να μας αφηγηθείς μία ιστορία;…
…Το νόημα βρίσκεται στην καρδιά της δημιουργικής διαδικασίας και της αφήγησης.
Όταν αφηγούμαστε τη δική μας ιστορία της δικής μας ζωής ή έστω μόνο κάποια ιστορία από τη ζωή μας, συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε θύματα τυχαίων και χαοτικών συνθηκών.
Συνειδητοποιούμε ότι κι εμείς, μέσα στο πένθος, μέσα στο αίσθημα της ασημαντότητάς μας, ζούμε με νόημα σε ένα σύμπαν που έχει νόημα.
Και, πάλι, η ανταπόκριση στη δική μας ιστορία καθώς και στις ιστορίες των άλλων, είναι:
‘Ναι. Ναι, έχω μία ιστορία. Ναι, υπάρχω’…”

(Το κείμενο σε εισαγωγικά είναι της Deena Metzger, από το “Writing for Your Life”, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Improvising Real Life”, της Jo Salas, 1993, Kendall/Hunt Publishing Company)



ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ “ΠΡΑΞΗΣ” ΜΟΥ ΣΤΟ PLAYBACK

Γνώρισα το Playback Θέατρο στη Βουδαπέστη, τον Μάρτιο του 2003. Δημιουργήσαμε μαζί με άλλους την ομάδα “Ελληνικό PLAYBACK Θέατρο”, και εκπαιδευτήκαμε με τον Jozsef Paradi, ενώ δουλέψαμε, σε σεμινάρια, με τον J. Fox, την J. Sallas, την A. Chesner. Από την ομάδα αποχώρησα τον Μάρτιο του 2006 (ως τότε συμμετείχα στην εκπαίδευση και τις παραστάσεις της ως ιδρυτικό μέλος).

Στο μεταξύ, από το 2005, έχτιζα σταδιακά την προσωπική μου μέξθδο “PSP-Process Stage Praxis” (βλ. το σχετικό μενού από την αρχική σελίδα): έναν τρόπο συνδυασμού της προοπτικής Gestalt, με την ενσώματη αυτοσχεδιαστική διάδραση. 

Σήμερα, ό,τι κάνω στο Playback Θέατρο όσον αφορά τη θεωρία, την πράξη και την εκπαίδευση, γίνεται μέσα από την PSP. 

Εδώ, υπογραμμίζω πως κάποια από τα κεντρικά στοιχεία του Playback, ᅠ

έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην όλη έμπνευση της PSP, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως η PSP είναι μία παραλλαγή του Playback (όπως άλλωστε συνέβη και με το εργαστήρι “ΠΟΛΥΤΕΧΝΟ”, στο οποίο δουλεύουμε εδώ και 14 χρόνια με την ηθοποιό και σκηνοθέτιδα Τίνα Στεφανοπούλου).

Το 2006 σχημάτισα στη Θεσσαλονίκη την ομάδα Playback T!NG, με την οποία συμπράττω μέχρι σήμερα, και η οποία εκπαιδεύτηκε στη βάση της PSP. Παράλληλα, ασχολούμαι με τον σχηματισμό, εκπαίδευση και εποπτεία ομάδων Playback, καθώς και με κύκλους εργαστηρίων διαφορετικής διάρκειας, εντός και εκτός Ελλάδας (Ιταλία, Ρωσία, Σερβία, Ουγγαρία).

Από το 2007, επίσης προσπαθώ να γνωρίσω το Playback ᅠ
σε ψυχοθεραπευτές από την Gestalt και άλλες προσεγγίσεις.

Κι αυτό, γιατί πιστεύω βαθύτατα, μέσα από την προσωπική μου εμπειρία,  πως το Playback μπορεί δυνητικά να γίνει για κάθε θεραπευτή ένας μοναδικός τρόπος περαιτέρω βελτίωσης των δεξιοτήτων που ήδη διαθέτει.

Στο 9o Πανευρωπαϊκό Συνέδριο της EAGT – Σεπτέμβριος 2007, Αθήνα (EAGT: European Association for Gestalt Therapists), συμπεριλήφθηκε στο πρόγραμμα ένα εργαστήρι και μία παράσταση Playback. Και τα δύο αυτά γεγονότα ήταν αποτέλεσμα της σταθερής συνεργασίας μου με την Ιταλική ομάδα “META Playback Theatre”. Κι ακόμη, ανάμεσα σε πολλές άλλες σχετικές δράσεις σε διάφορα πλαίσια, κάτι ανάλογο έγινε και στο 10o Συνέδριο της EAGT (Σεπτέμβριος 2010, Βερολίνο – χωρίς την παράσταση).

Στις αρχές του 2008, λειτούργησε στην PSP για πρώτη φορά και το πρόγραμμα “T.T. – Train the Trainers” (Εκπαιδεύστε τους Εκπαιδευτές”). Πρόκειται για μία ευέλικτη εκπαιδευτική δομή της PSP, που απευθύνεται σε ανθρώπους από το Playback οι οποίοι επιθυμούν να ασχοληθούν οι ίδιοι με το εκπαιδευτικό κομμάτι του Playback.

Τέσσερα μέλη της ομάδας T!NG ξεκίνησαν και ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα. Με την υποστήριξή τους, εκπαιδεύσαμε μαζί, την ομάδα Playback “AquNA This”, σε ένα πλήρες 3ετές πρόγραμμα.

Από το 2014, μέλη των “AquNA This” ακολούθησαν επίσης το πρόγραμμα “T.T.”, και μαζί με όσους από την ομάδα T!NG το έχουν ήδη ολοκληρώσει, αποτελούν πλέον την εκπαιδευτική ομάδα της PSP στο PLAYBACK. Μαζί, σχεδιάζουμε και υλοποιούμε διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα και δραστηριότητες, εντός και εκτός Ελλάδας, τα οποία έχουν να κάνουν με το Playback μέσα από την PSP.

Μία από τις πιο σημαντικέςτέτοιες δραστηριότητες, ήταν και το εθελοντικό πρόγραμμα ᅠ“Playback Junior”, το οποίο απευθύνθηκε αποκλειστικά σε εφήβους. 

Παράλληλα, κάποιοι από αυτούς τους συνεργάτες εκπαιδεύουν και δημιουργούν οι ίδιοι ομάδες. Oπότε, ήδη εμφανίζονται ομάδες “δεύτερης γενιάς” που βλέπουν το Playback μέσα από την PSP. 



Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΟΥ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΣΤΟ PLAYBACK ΘΕΑΤΡΟ: Η ΕΓΓΕΝΗΣ ΣΧΕΣΙΑΚΗ ΤΟΥ ΦΥΣΗ

Πιστεύω ότι αυτό που έκαναν ο J. Fox και οι συνεργάτες του με το Playback, ήταν μία εκπληκτική σύλληψη, η οποία αγγίζει και διεγείρει βαθειά την ανθρώπινη ύπαρξη. Βλέπω στο Playback δύο δυναμικές που δουλεύοντας ταυτόχρονα, δημιουργούν με τη διαρκή αλληλεπίδρασή τους την πανίσχυρη και συναρπαστική εμπειρία στο Playback.

Σε μία κάθετη διάσταση, ο καθένας θεωρείται με σεβασμό, κυριολεκτικά και πραγματικά ως “πρόσωπο”, με τη δική του μοναδικότητα και βάθος, με πλήρη ευθύνη επιλογών και προσωπικών νοηματοδοτήσεων στο προσωπικό σύμπαν. Στην οριζόντια διάσταση, το “πρόσωπο” θεωρείται μέσα στο πολυσύνθετο πλέγμα σχέσεων που αναπτύσσεται με άλλα “πρόσωπα” στη ροή της διαδικασίας της παράστασης.

Έτσι, στο Playback, ικανοποιούνται δύο βασικές εγγενείς ανθρώπινες ανάγκες τεράστιας υπαρξιακής σημασίας.

Η μία είναι η ανάγκη μας να είμαστε “ορατοί”, να μας αναγνωρίζουν, να μας σέβονται, και τιμούν ως πρόσωπα. Η άλλη ανάγκη έχει δύο όψεις. Αφορά την υπέρβαση των ατομικών μας περιγραμμάτων και την επαφή μας με τον Άλλον, ωστόσο χωρίς να χάνουμε το προσωπικό μας σχήμα διαχεόμενοι “μέσα” στον Άλλον.

Έχω τη γνώμη πως η παράσταση του Playback παρέχει ένα θαυμάσιο λειτουργικό πλαίσιο για να ικανοποιηθούν πραγματικά αυτές οι ανάγκες, βιωματικά και τελετουργικά. Και επειδή αυτές οι ανάγκες αφορούν σχεσιακές διαδικασίες, πιστέυω πως το κυρίαρχο γνώρισμα του Playback είναι η εγγενής σχεσιακή του φύση.

Το μοίρασμα των ιστοριών, ο σεβασμός στον αφηγητή, η τεχνική και το στιλ του αυτοσχεδιασμού ως προς το πώς παίζονται οι ιστορίες, όλα αυτά, δεν είναι αυτοσκοποί αλλά επί μέρους παράμετροι που γίνονται αμέσως σαφείς και θεωρητικά και πρακτικά, αν δούμε το Playback ως ένα σχεσιακό γεγονός. Και ανάλογα με το τι πιστεύουμε πως υπoστηρίζει τις διαδικασίες αυτού του σχεσιακού γεγονότος, ορίζουμε θεωρητικά κα πρακτικά τέτοιες παραμέτρους.

Συγκεκριμένα, στην PSP, η ματιά μας στη σχέση είναι μέσα από τις ιδέες των φιλοσοφικών ρευμάτων του υπαρξισμού, της φαινομενολογίας και της σκέψης στη θεωρία πεδίου. Αυτοί οι τρόποι να βλέπουμε τα πράγματα και τις σχέσεις μας  ορίζουν και τον κύριο κορμό της προοπτικής Gestalt. Και είναι μέσα από αυτά τα “φίλτρα” που βλέπουμε κάθε τι σχετικό με το Playback.

Σήμερα, αν και ασχολούμαι πολύ λιγότερο με το Playback, δουλεύω με ενθουσιασμό μέσω της PSP σε ό,τι το αφορά, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά (στην εκπαίδευση, την εποπτεία, το παίξιμο, τον συντονισμό). Επιχειρώ με ευγένεια και σεβασμό να εμπλουτίσω και να πλαισιώσω περαιτέρω το Playback, συμβάλλοντας με τον τρόπο μου στη σχετική ανάπτυξη της θεωρίας, της φιλοσοφίας, της πρακτικής, της εκπαίδευσης.

Κι ακόμη, ευελπιστώ ότι οι προοπτικές που αναδύονται στο Playback από τις PSP προτάσεις θεώρησής του (φαινομενολογία, θεωρία πεδίου, υπαρξισμός, διαδικασία, διάλογος), διευρύνουν τα στέρεα θεμέλιά του, προσθέτοντάς τους παράλληλα και άλλα, συμπαγή και συνεκτικά δομικά στοιχεία.

 

 

 

 

 

 



Το Playback, η “ψυχοθεραπεία” και η “θεραπεία”

σημείωση:

ό,τι ακολουθεί είναι αποσπάσματα από τον Τόμο ΙΙ του βιβλίου μου, ο οποίος είναι μία εφαρμογή της PSP στη θεωρία και την πράξη του Playback (click εδώ για πληροφορίες)

 

Στην PSP, το πρώτο που μπορούμε να πούμε όσον αφορά το Playback και την ψυχοθεραπεία, είναι ότι από μόνο του δεν συνιστά αυτόνομη ψυχοθεραπεία (αφού και η τέχνη, αυτόνομη, χωρίς να συμπράττει με κάποια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, δεν σχετίζεται πρωτογενώς με την ψυχοθεραπεία, άσχετα από τις εν δυνάμει “θεραπευτικές” επιδράσεις οποιασδήποτε αισθητικής εμπειρίας).

Κάθε σοβαρή ψυχοθεραπευτική προσέγγιση χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη φιλοσοφία, στόχους, δομή, μεθοδολογία και πρακτική. Η τέχνη από μόνη της δεν καλύπτει αυτές τις προϋποθέσεις, όσο θεραπευτικές και να είναι οι επιδράσεις της (“θεραπευτικές” με μία πολύ ευρύτερη έννοια, την οποία ήδη προσδιορίσαμε σε άλλο κεφάλαιο της μελέτης αυτής).  

Έτσι, θα έλεγα ότι το Playback, σαν τέχνη, σίγουρα διαθέτει εν δυνάμει πολύτιμες “θεραπευτικές” (και όχι “ψυχοθεραπευτικές”) επιδράσεις. Οπότε, αν και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ίδιο ως ψυχοθεραπεία, μπορεί να φανεί εξαιρετικά χρήσιμο σε κάποιες περιπτώσεις ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ακριβολογώντας, μπορεί να φανεί χρήσιμο ως ένας τρόπος, όπως και τόσοι άλλοι τρόποι, να υποστηριχθεί ή να αναδευτεί η ψυχοθεραπευτική διαδικασία (ως “ζέσταμα”, στην εποπτεία, στο κλείσιμο μιας περιόδου ζωής της ομάδας, κλπ).

Βέβαια, από όσο γνωρίζω, μέχρι σήμερα, το Playback δεν χρησιμοποιείται σε κάποια σταθερή σύμπραξη με κάποια μορφή ψυχοθεραπείας, τέτοια ώστε να προκύπτει ένα ενιαίο αμάλγαμα (κάτι που θα λέγαμε “Playback-θεραπεία”), όπως συμβαίνει με τη μουσική, το χορό, το θέατρο. Θα έλεγα ότι για την ώρα, μάλλον συνήθως μπορεί να συμπληρώσει σαν ένα επιπλέον εργαλείο διάφορες αυτόνομες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις.

Στη Θεσσαλονίκη, με τις ομάδες T!NG και AquNa This, πειραματιστήκαμε αρκετές φορές με διαφορετικούς τρόπους, όσον αφορά την απλή συμπληρωματική σύμπραξη του Playback με την ομαδική ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Το Playback συμπλήρωσε λειτουργικότατα αυτή τη διαδικασία, με εξαιρετικά αποτελέσματα, σε ειδικές συναντήσεις με αρκετές κλειστές ομάδες ψυχοθεραπείας και εποπτείας.

Παίξαμε με υλικό που προέκυψε από προσωπικά θέματα μελών των ομάδων αυτών, όπως και θέματα της δυναμικής των ομάδων ή κάποιου συγκεκριμένου σταδίου της ζωής τους. Τα γεγονότα του Playback συνοδευόταν, είτε ο καθένα είτε ανά δύο ή τρία, με ψυχοθεραπευτική επεξεργασία της εμπειρίας των εκδραματίσεων.

Επίσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και η αναγκαία συνεργασία του ψυχοθεραπευτή – συντονιστή της ομάδας για την οποία παίζαμε, με τον συντονιστή της ομάδας Playback. Κι ακόμη μεγάλη πρόκληση ήταν η δημιουργία της ιδιαίτερης δομής της “παράστασης”, την οποία σχεδιάζαμε κάθε φορά με πολλή προσοχή, ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες και ανάγκες της ομάδας για την οποία παίζαμε.

Εδώ, δεν είναι δυνατόν να μείνουμε περισσότερο σε αυτό θέμα, των δυνατοτήτων του Playback να λειτουργήσει σαν συμπληρωματικό εργαλείο ψυχοθεραπευτικών ή και οποιωνδήποτε άλλων παρεμβάσεων. Kαθαρά ενδεικτικά, και χωρίς να θέλω να αδικήσω όλους τους άλλους που ασχολούνται συστηματικά με αυτήν την κατεύθυνση, γνωρίζω ότι ήδη δουλεύουν με διάφορες πτυχές της: η E. Zadryazhskaya (2010; 2011-’13, προσωπική επικοινωνία), ο J. Paradi (2012, προσωπική επικοινωνία), η Ιταλική ομάδα Meta Playback Theatre (και ειδικότερα ο F. Radaelli – 2009; 2010-’13, προσωπική επικοινωνία), η O. Sanachina (2012, προσωπική επικοινωνία), ο Λ. Γιώτης (2009-’13, προσωπική επικοινωνία), κάποια μέλη της Ελληνικής ομάδας Hellenic Playback Theatre (2005, προσωπική επικοινωνία).

 

“Ευκαιρία – αυθεντικότητα”, ως οι δύο γενικές και βασικές θεραπευτικές (όχι “ψυχοθεραπευτικές”) όψεις του Playback.

 

Σε αυτήν την ενότητα θα ασχοληθούμε με δύο γενικότερες και ανεκτίμητες θεραπευτικές όψεις του Playback, θεωρώντας πάντα ότι το ίδιο το Playback δεν αποτελεί ψυχοθεραπεία ούτε και κάποιας μορφής “θεραπεία μέσω τέχνης”. Προσωπικά, πιστεύω πως αυτές οι δύο όψεις του Playback συγκροτούν ένα δίπτυχο στο οποίο έχει τiς ρίζες του οποιαδήποτε άλλη επί μέρους θεραπευτική λειτουργία του Playback.

 

(α) Το Playback – ευκαιρία συνάντησης.

Η μία από αυτές τις όψεις, είναι η ιδιότυπη δυνατότητα δια-υποκειμενικής σύμπραξης που παρέχει το Playback. Συναντιόμαστε, και χτίζοντας τον ενδιάμεσο χώρο της παράστασης, παράγουμε μία κοινή δια-υποκειμενική συνείδηση, μέσα από την οποία μοιραζόμαστε και διευρύνουμε την φανερή και κυρίως την άδηλη γνώση μας για τη ζωή (ό,τι γνωρίζουμε για τον κόσμο και δεν μεταφέρεται συνειδητά με λόγια και λογικά πρότυπα).

Μέσα στην γενικότερη καταναλωτική υποκρισία και τεχνοκρατική στειρότητα των καιρών μας, βρίσκω ότι η ευκαιρία της δια-υποκειμενικής συνάντησης που προσφέρει το διαλογικά ασφαλές και ανθρώπινα ευγενικό πλαίσιο του Playback, είναι κυριολεκτικά ένα ανεκτίμητο δώρο. Και μάλιστα, πόσο μάλλον αν αν σκεφτούμε την απλότητα, το βάθος και τη δύναμη στην οποία μπορεί να φτάσει η εμπειρία αυτής της συνάντησης.

Σε κάθε βήμα της αυτοσχεδιαστικής εξέλιξης της παράστασης, η παρούσα κατάσταση του δια-υποκειμενικού της πεδίου, “αμφισβητείται”. Αυτό που συμβαίνει τώρα, κατά κάποιον τρόπο κλονίζεται, καθώς γίνεται το έδαφος για να προκύψει το επόμενο, απρογραμμάτιστα και αποκλειστικά μέσα από την αναπτυσσόμενη δυναμική της παράστασης. Η “τάξη” της παράστασης διαρκώς ανασυντάσσεται, εναλλάξ με στιγμές αμφιβολίας και ασάφειας. Και όσο τα πράγματα τρέχουν, τόσο το σχεσιακό δίκτυο της παράστασης γίνεται πιο συμπαγές και πιο συνεκτικό.

Το Playback λειτουργεί εξορισμού θεραπευτικά, γιατί το χτίσιμο του δια-υποκειμενικού πεδίου της παράστασης Playback, είναι από μόνο του ευεργετικό (η ανάπτυξη της δια-υποκειμενικότητας αναγνωρίζεται πλέον σαν μία βασική ανθρώπινη ανάγκη). Θεατές και ηθοποιοί μαθαίνουν ότι μπορούν να να δουλέψουν μαζί και να φτιάξουν φανερά και άδηλα τον ενδιάμεσο χώρο της συνάντησής τους, εξερευνώντας τρόπους να συνυπάρχουν ενεργητικά στο πλαίσιο που ορίζει το Playback για αυτόν τον σκοπό.

Βέβαια, σε κάθε παράσταση, υπάρχουν σίγουρα στιγμές που φαίνεται σα να “σκοντάφτει” η εξέλιξη αυτής της συνεργασίας.  Εκείνος ο ηθοποιός δεν αξιοποίησε την εξαιρετική ευκαιρία που του έδωσαν οι άλλοι δύο. Εκείνος ο αφηγητής, παρά τις προσπάθειες του συντονιστή, επιμένει να μην φέρνει κάτι προσωπικό. Ή, φαίνεται σαν ολόκληρη η ομάδα να μην μπορεί να συντονιστεί με τον σφυγμό των θεατών, κοκ. Όμως και αυτές οι στιγμές, δεν είναι παρά κάποιες φυσιολογικές καταστάσεις του δια-υποκειμενικού πεδίου της παράστασης. Είναι μέρος της διαδρομής της παράστασης, που χαράχτηκε ανάμεσα σε όλες τις άλλες που ήταν πιθανές. Και αυτή η διαδρομή είναι “καλή” ή “κακή” μόνον ανάλογα με το νόημα που της δίνει η ματιά του καθενός μας.

 

(β) Το Playback – “παιχνίδι”: αυθορμητισμός και αυθεντικότητα.

Όσον αφορά τώρα τη δεύτερη γενικότερη θεραπευτική όψη του Playback, τη βλέπω στον τρόπο με τον οποίο γίνεται πράξη η ευκαιρία συνάντησης που μας προσφέρει: στο Playback, συναντιόμαστε με τον Άλλον μέσα από την απόλαυση του αυθεντικού μη-προγραμματισμένου “παιχνιδιού”.

Όχι μόνο με την έννοια της διασκέδασης (του “περνώ καλά, όμορφα”), αλλά επίσης με αυτήν την αίσθηση της ευχάριστης εγκατάλειψης στο “παιχνίδι” της αυθόρμητης συνάντησης με τον Άλλον (αρκετά κοντά στην αυθεντική και βαθιά απόλαυση των παιδιών που συναντιούνται για να παίξουν, απόλυτα παρόντα στη διαδικασία του παιχνιδιού τους).

Στο Playback, ηθοποιοί και θεατές, καλούμαστε να απολαύσουμε “παίζοντας” μεταξύ μας. Απλά, δεν έχουμε κούκλες, σπιτάκια και αυτοκινητάκια. “Παίζουμε” φτιάχνοντας προσωπική εμπειρία σε συλλογικό επίπεδο, ενώ το παιχνίδι μας συντελείται μέσα στον σχεσιακό χώρο της επαφής και επικοινωνίας μας.

Όσον τώρα αφορά το φανερό υλικό του παιχνιδιού μας, θα έλεγα ότι είναι οι μακρο-ιστορίες μας. Και το “κρυμμένο” υλικό του, είναι οι αόρατες μικρο-ιστορίες της αλληλεπίδρασής μας.

 

 

Κάποιες ακόμη επί μέρους θεραπευτικές (όχι ψυχοθεραπευτικές) όψεις του Playback.

 

Για την PSP, όπως ήδη σημειώσαμε, οποιεσδήποτε επί μέρους θεραπευτικές λειτουργίες του Playback μπορούμε να φανταστούμε, εκπορεύονται από το παραπάνω γενικότερο πυρήνα που συγκροτεί το δίπτυχο “ευκαιρία – αυθεντικότητα”. Εδώ, σημειώνω ενδεικτικά κάποιες που βρίσκω σημαντικές.

 

(1) Playback και η σημασία της μικρο-κλίμακας των συναντήσεών μας.

Μία θεραπευτική λειτουργία του Playback βλέπω να είναι πως μας φέρνει μια βαθιά αίσθηση ζωής μέσα από απλές διαδικασίες. Μας θυμίζει πως αυτή η αίσθηση βρίσκεται μάλλον στην αυθεντικότητα με την οποία συμμετέχουμε στα γεγονότα της ζωής μας, παρά στα περιεχόμενα των γεγονότων αυτών. Μας θυμίζει να τιμούμε την οικονομία, τη σημασία και την αλήθεια της μικρής κλίμακας των συναντήσεών μας στον άμεσο, παρόντα χρόνο.

Η παράσταση Playback, μέσα στην αυθεντικότητά της, είναι λιτή. Δεν είναι μεγαλόστομη. Δεν φτιάχνει θεωρίες για τη ζωή, δεν επιχειρεί να ονομάσει φιλοσοφικά μεγάλες αλήθειες, δεν βγάζει συμπεράσματα, παρά μόνο αγγίζει βιωματικά τις διαδικασίες της ζωής. Και αυτό είναι θεραπευτικό γιατί μας βγάζει από τους λαβυρίνθους του μυαλού μας και από τις σύνθετες έγνοιες μας, θυμίζοντάς μας πόσο σημαντικό είναι να νιώθω απλά ζωντανός, απλά πως “ζω”.

Η παράσταση εξελίσσεται με απλότητα, όμως μέσα από τα πολλά μικρά γεγονότα της παράστασης, γευόμαστε εκείνη την ξεχωριστή πικρόγλυκη αίσθηση της ζωής που τρέχει, άσχετα από το πώς φανερώνεται στον καθένα μας, και άσχετα από το πώς εμείς κατά καιρούς τη χρωματίζουμε με τα μάτια μας.

 

(2) Playback και ανάγκη για καθολικότερα νοήματα.

Τα γεγονότα της ζωής μιας ανθρώπινης ύπαρξης είναι σταγόνα στον ωκεανό, ένας κόκκος άμμου μέσα σε απείρου μεγέθους άλλα συμπαντικά γεγονότα. Και όμως. Τιμώντας στο Playback ακριβώς αυτήν τη σταγόνα, η λάμψη της ενίοτε αγγίζει καθολικότερα και πανανθρώπινα νοήματα. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι το Playback αναδεικνύει νοήματα κοινά για όλους μας. Σημαίνει ότι μάλλον, αγγίζει την κοινή ανάγκη όλων μας, κάπως να χρωματίζουμε προσωπικά, στην ατομική μας πραγματικότητα, νοήματα σημαντικά, οντολογικής φύσης, που απασχολούν κάθε ανθρώπινο ον – εξού και ο χαρακτηρισμός τέτοιων νοημάτων σαν “καθολικά”.

Οπότε, αυτή η θεραπευτική λειτουργία του Playback αφορά την ευεργετική αίσθηση της συνάντησής μας, όπου βλέπουμε πως δεν είμαστε μόνον εμείς που αναζητούμε σχήμα, σκοπό στη ζωή. Ταυτόχρονα, ο χώρος που παρέχει το Playback σε όλες τις “φωνές” της παράστασης, μας δείχνει πως το κοινό μας σημείο δεν είναι το είδος του σχήματος που βλέπουμε μαζί στη ζωή, αλλά μάλλον η αμοιβαία ανάγκη μας να το ανακαλύψουμε ο καθένας για τον εαυτό του.

 

(3) Playback και εμπιστοσύνη στις διαδικασίες της ζωής.

Στο Playback, η ανθρώπινη συνάντηση δεν ακολουθεί κανένα προϋπάρχον σχέδιο. Και καθώς αυτοσχεδιάζουμε αμοιβαία τη συνάντησή μας,  φτιάχνουμε μαζί τον προορισμό μας, μέχρι να βγούμε από την αίθουσα. Και έτσι, στο πλαίσιο της παράστασης, έχουμε την ευκαιρία να βιώσουμε τα επίσης αυτοσχεδιαστικά πρότυπα (patterns) όλων των μικρών και μεγάλων διαδικασιών της ζωής. Φυσικά, σε άλλη κλίμακα, και μάλλον με έναν συμβολικό τρόπο.

Όμως στα πρότυπα της εξέλιξης της παράστασης, δεν παύουν να αντικατοπτρίζονται όσα χαρακτηρίζουν την αυτοσχεδιαστική φύση της ζωής: το φυσιολογικά άγχος, η ασάφεια, η αμφιθυμία, η ανάγκη κινητοποίησης και δράσης, το ρίσκο, ο πειραματισμός, η βαθιά δημιουργικότητα.

Και όλα αυτά, για να γίνουν γόνιμα στοιχεία της διαδρομής μας, χρειάζονται έναν βασικό καταλύτη: την εμπιστοσύνη μας στο προχώρημα των πραγμάτων. Δεν μιλώ για την πίστη στη “θετική” όψη τους ούτε για την αφελή πίστη σε κάποιο γονεϊκού τύπου σύμπαν που θα μου φέρει κάτι απλώς γιατί εγώ το επιθυμώ πολύ. Πρόκειται απλά για την εμπιστοσύνη στο γεγονός πως τα πράγματα έτσι κι αλλιώς αλλάζουν. Ίσως όχι πάντα και αμέσως προς το καλύτερο. Πάντως, αλλάζουν. Ακόμη και αν τα σενάρια της ζωής μου φαντάζουν στο νου μου αμετάβλητα (μια χρόνια αρρώστια, μια “κολλημένη” κατάσταση, κοκ), ο τρόπος που εγώ τα βιώνω στιγμή-στιγμή, αλλάζει.  

Έτσι, ακόμη και αν τα γεγονότα δείχνουν βαλτωμένα, η συνολική εμπειρία μου από αυτά πάντα εξελίσσεται, προχωρεί, έστω και αν αυτό συμβαίνει άδηλα, στα μη-συνειδητά της επίπεδα. Στο Playback έχουμε την ευκαιρία να βιώσουμε άμεσα την πολυτιμότητα της εμπιστοσύνης σε αυτού του είδους τις μη γνωστικές διαδικασίες, να δούμε πώς κινούνται τα πράγματα ακριβώς όταν εμείς τους επιτρέπουμε να προχωρούν χωρίς έλεγχο και κατευθυντικότητα.

Ένας ακόμη λοιπόν λόγος που το Playback λειτουργεί θεραπευτικά, είναι γιατί μας διδάσκει αυτήν την βαθιά υπαρξιακή εμπιστοσύνη στην ίδια τη διαδικασία της αλλαγής. Και ταυτόχρονα, θυμόμαστε τη θεμελιώδη ζωικότητα, την ψυχικά θρεπτική αναστάτωση και ένταση της αυθόρμητης συμμετοχής στα γεγονότα της ζωής μας.

 

(4) Αποδοχή, επιβεβαίωση, διαφορετικότητα: το ένα και το όλον, το πρόσωπο-φορέας της ιστορίας.

Το Playback ενέχει από τη σύλληψή του πεντακάθαρο το διαλογικό στοιχείο της αποδοχής (αυτού που είμαι) και της επιβεβαίωσης (αποδοχή και αυτού που εν δυνάμει μπορώ να γίνω). Από τη “φιλοξενία” αυτή που προσφέρει το Playback, υπάρχουν πάντα δυσαρεστημένοι και ευχαριστημένοι θεατές και ηθοποιοί.

Όμως το Playback δεν είναι για να “τέρπει” επιδερμικά τους θεατές, ή για να τους κάνει να συμφωνήσουν μεταξύ τους. Στην PSP, το Playback, προορίζεται από τη φύση του κυρίως να “χωρά” στον συλλογικά φτιαγμένο ενιαίο χώρο της παράστασης τις πολλαπλές προσωπικές εμπειρίες, χωρίς αναγκαία να συμφωνούν μεταξύ τους, ακριβώς επειδή είναι μοναδικές.

Και αυτό το αίσθημα, ότι είμαι χωρίς προϋποθέσεις δεκτός σε έναν χώρο ευρύτερο από την ατομικότητά μου, είναι μία σπάνια πολυτέλεια στις μέρες μας, ένα άκρως θεραπευτικό χάδι, που η ύπαρξή μας το δέχεται κατά την παράσταση με ανακούφιση.

Και είναι μια τέτοια λειτουργία του που κάνει το Playback μοναδικό και ξεχωριστό ανάμεσα σε άλλες ανάλογες με το Playback σκηνικές προσεγγίσεις. Προσεγγίσεις οι οποίες από τη μια μεριά ενδιαφέρονται επίσης πρωταρχικά να ξανα-ανακαλύψουν τη σημασία της προσωπικής ιστορίας. Όμως, από την άλλη μεριά, ενώ τονίζουν την προσωπική ιστορία, αφήνουν κατά μέρος το πρόσωπο, τον φορέα της ιστορία.

Το Playback, αντίθετα, φέρνει στο προσκήνιο όχι μόνο τη ιστορία αλλά και το ίδιο το πρόσωπο που την εκφράζει, βλέποντας τον κάθε αφηγητή σαν ένα μοναδικό, διαφοροποιημένο και μεταβαλλόμενο οργανικό συστατικό του πεδίου.

 

(5) Η οριζόντια διάσταση του Playback και η ευρύτερη, “κοινωνικά” θεραπευτική λειτουργία του.

Ο Jonathan Fox σημειώνει πως σήμερα, που τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι όλο και πιο αποδεκτά, είναι εξαιρετικά σημαντικό να ακούμε ο ένας τον Άλλον, να ακούμε τις καθημερινές εμπειρίες βίας, καταπίεσης, σεξισμού, ρατσισμού, προκατάληψης, ιδιαίτερα όσοι από εμάς δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι υπάρχουν.

Πόσο μάλλον, συνεχίζει ο Fox, αν σκεφτούμε ότι η ιστορία μας γράφεται αλλοιωμένη, καθώς “ξεπλένεται” σύμφωνα με τα συμφέροντα των ισχυρών. Κι ακόμη, για τον Fox, το Playback ανοίγει θαρραλέα τα ανομολόγητα συλλογικά ”μυστικά” του ιστορικού παρελθόντος, τα οποία υπάρχουν καλά φυλαγμένα σε κάθε χώρα, χρωματίζοντας το παρόν της και περιορίζοντας το μέλλον της.

Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία να υπάρχει κάποιος χώρος που παρέχει τη ευκαιρία να γράφεται επίσης και η ”ανεπίσημη ιστορία”, ιδιαίτερα όσων είναι ανίσχυροι και χωρίς δυνατότητα να ακουστούν (ουσιαστικά, να δημιουργηθεί χώρος ώστε να γίνουν μορφή ακόμη και οι δυνάμεις του πεδίου που παραμένουν πιεσμένες στο φόντο).

Από αυτήν την άποψη, βλέπουμε την οριζόντια διάσταση του Playback (στην οποία το κάθε “πρόσωπο” θεωρείται δυναμικά σχετιζόμενο με τα άλλα πρόσωπα της παράστασης), να προχωρεί πέρα από τα όρια της παράστασης, αγγίζοντας την ευρύτερη συλλογική πραγματικότητα.

Έτσι, το Playback θα λέγαμε ότι αποκτά και μία ακόμη θεραπευτική λειτουργία: γίνεται ένας χώρος όπου το άτομο καθρεφτίζει και εξερευνά την ταυτότητά του ως προς διάφορες κοινωνικές μεταβλητές. 

 

(6) Το Playback και η ανανέωση των όψεων Εαυτού.

Στο Playback, αν δεν φοβόμαστε την αυθεντικότητα (το να βάζουμε προσωπικά στοιχεία στην εμπειρία μας), ανακατατάσσονται διάφορες όψεις του Εαυτού μας καθώς μιλούν μεταξύ τους οι ιστορίες μας. Ένα θεματικό μοτίβο μιας ιστορίας που ακούω διεγείρει ένα παραμερισμένο δικό μου μοτίβο ζωής. Στο ξεχασμένο αυτό μοτίβο της δικής μου ζωής, αντιστοιχεί μία όψη Εαυτού, κάποια εν δυνάμει δυνατότητα έκφρασής μου στον κόσμο, η οποία ήταν μόλις πέρα από τα όρια της επίγνωσης. Τώρα, αυτή η όψη μου εισέρχεται σε κεντρικότερη περιοχή της επίγνωσής μου, με τρόπο που εξαρτάται από το πώς συμμετέχω στην παράσταση (αν είμαι θεατής, αφηγητής, μέλος της ομάδας).

Η εμπειρία στο Playback τρέχει ολοζώντανη, και ο Εαυτός αναδιοργανώνεται καθώς συμμετέχει αυθόρμητα στην αφηγηματική διαδικασία. Σαν θεατής, πλημμυρίζω από αισθήσεις και συναισθήματα που αγγίζουν ποικιλότροπα την ύπαρξή μου. Στη συνηθισμένη καθημερινή μας ζωή δεν έχουμε συχνά αυτήν την ευκαιρία και μάλιστα σε τόσο ευρεία κλίμακα και σε ένα προστατευμένο, ασφαλές πλαίσιο, όπως είναι αυτό που παρέχει το Playback.

Έτσι, το Playback είναι θεραπευτικό επίσης γιατί “γινόμαστε”, παίρνουμε φρεσκάδα και ανανέωση από την ίδια την διαδικασία της παράστασης. Όχι τόσο γιατί “διδασκόμαστε” κάτι από τις ιστορίες των Άλλων, αλλά γιατί τις βάζουμε πλάι-πλάι με τις δικές μας και αναδεύεται η ύπαρξή μας, ώστε να κατανοούμε όψεις μας αόρατες ή απλά παραμελημένες.

Όπως και αν δούμε τις ιστορίες να γεφυρώνονται μεταξύ τους καθώς συνδημιουργούμε την παράσταση, όπως και να τις θεωρήσουμε να χορεύουν μέσα μας και ανάμεσά μας υφαίνοντας τους κόκκινους ιστούς τους, και ό,τι και αν είναι αυτό που ρέει στα συνδετικά τους κανάλια, μας αναζωογονεί, μας ωθεί να ξεπεράσουμε τη συνήθη, καθημερινή αίσθηση του Εαυτού μας.

Αυτή η κεντρική για μένα θεραπευτική λειτουργία του Playback, δεν συμβαίνει με τη συστηματοποιημένη μεθοδολογία και το πλαίσιο μιας ψυχοθεραπείας. Παραμένει όμως μια καθοριστική  συμβολή στην προσωπική ανάπτυξη, στην ανανέωση της επίγνωσής μας, στην βαθύτερη και ευλαβική ακρόαση της ίδιας της πολύτιμης και μοναδικής δικής μας ιστορίας καθώς γράφουμε τις διαδρομές μας στη ζωή.

 

(7) Το Playback και οι “λύσεις”.

Κατά καιρούς, μερικοί υποστηρίζουν πως το Playback είναι θεραπευτικό γιατί ο αφηγητής, παρακολουθώντας την ιστορία του, βλέπει όψεις της που δεν είχε ποτέ σκεφτεί. Και είναι γεγονός πως κάποιες φορές ο θεατής δηλώνει: “αυτό δεν μου είχε περάσει ποτέ από το νου…”. Μάλιστα, κάποιοι αφηγητές ζητούν να ανακύψουν από την εκδραμάτιση και προτάσεις – “λύσεις” για αδιέξοδα στα γεγονότα της ιστορίας τους. Και μετά, συχνά ευχαριστούν τους ηθοποιούς, γιατί στην εκδραμάτιση είδαν μία διέξοδο που δεν είχαν φανταστεί.

Όμως όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου, αν και συμβαίνουν, δεν στοιχειοθετούν αφεαυτών μία θεραπευτική λειτουργία του Playback – και βέβαια, σε καμία περίπτωση, μία ψυχοθεραπευτική, ή έστω συμβουλευτική. Η αποκαλυπτική εμφάνιση μιας ξαφνικής προοπτικής κάποιου αδιεξόδου μας μέσα από το Playback (ή από μία φιλική συζήτηση), είναι κάτι αναμφίβολα σημαντικό. Αλλά όχι γιατί το ίδιο το περιεχόμενο της αποκάλυψης είναι από μόνο του θεραπευτικό.

Αυτό που είναι σημαντικό (και θεραπευτικό) είναι το ενδιαφέρον, ή έγνοια που εισπράττουμε. Και κυρίως, είναι σημαντικό το ίδιο το γεγονός μιας τέτοιας γνήσιας συνάντησης, όπου το μυαλό μας κατά κάποιον τρόπο “ανοίγει”, αφού στον ενδιάμεσο χώρο της συνάντησης δεν είμαστε μόνον εμείς. Και καθώς κινούμαστε “μαζί” με τον Άλλον στο διευρυμένο πεδίο της κοινής δια-υποκειμενικής μας συνείδησης, “βλέπουμε” τις νέες δυνατότητες.

Στη θεωρία πεδίου της προοπτικής Gestalt, κάθε πρόβλημα, κάθε δυσκολία, αντιστοιχεί σε κάποιον τρόπο ανα-διοργάνωσης του ευρύτερου πεδίου της ζωής μου, ο οποίος διαφεύγει της ατομικής μου οπτικής, λόγω των συστημάτων πεποιθήσεων και των προσωπικών αξιών μου. Όμως μέσα από τη διευρυμένη δια-υποκειμενική συνείδηση της συνάντησης με τον Άλλον, ουσιαστικά αντιλαμβάνομαι άδηλα έναν άλλον ορίζοντα ως προς τις δυνατότητες οργάνωσης της δομής του πεδίου της ζωής μου. Και έτσι γίνεται πλέον ορατή μία κατεύθυνση διεξόδου από αυτό στο οποίο με θεωρούσα εγκλωβισμένο.

Ήταν η ματιά μου στον κόσμο και οι επιλογές μου που  δημιουργούσαν την υποκειμενική αίσθηση του αδιεξόδου. “Είμαι απελπισμένος… δεν ξέρω τι να κάνω… (το αδιέξοδο). “Κουράστηκα πια να φροντίζω τον αδελφό μου, αλλά πάλι… τι να πεις… αδελφός είναι αυτός… πώς να τον παρατήσω…” (το προσωπικό μου σύστημα πεποιθήσεων που με εμποδίζει να διακρίνω οποιαδήποτε λύση, οποιαδήποτε άλλη δυνατότητα οργάνωσης του πεδίου).

Η διευρυμένη δια-υποκειμενική συνείδηση στο Playback λειτουργεί ιδιαίτερα έντονα, λόγω του διαλογικού πλαισίου του Playback, το οποίο προστατεύει τoν ενδιάμεσο χώρο της συνάντησης των προσώπων της παράστασης.

Ωστόσο στο Playback δεν δίνονται λύσεις, συμβουλές. Ουσιαστικά, το Playback λειτουργεί θεραπευτικά όχι γιατί φανερώνει κάτι, αλλά μόνο και μόνο γιατί παρέχει σε κάποιον την ευκαιρία να δει πώς ο ίδιος πιθανά περιορίζει την προοπτική του σε αυτά που τον απασχολούν. Θα λέγαμε ότι το Playback “επιτρέπει”, ευνοεί την αλλαγή, δεν την κατευθύνει.  Το Playback λοιπόν δεν υποδεικνύει αλήθειες, αλλά συνιστά χώρο, ευκαιρία, για να δημιουργηθούν διαδικασίες που κάποια στιγμή ίσως οδηγήσουν σε προσωπικές ή και συλλογικές αλήθειες.

 

(8) Το Playback και η επουλωτική “επανεγγραφή” της εμπειρίας.

Επίσης, συχνά υποστηρίζεται πως το Playback καθίσταται μία επουλωτική – θεραπευτική παρέμβαση όταν ο αφηγητής βλέπει ή ζητά ένα άλλο τέλος στην ιστορία του. Όμως γενικότερα, μία νέα εμπειρία, όταν είναι σύντομη και όταν περιορίζεται στο γνωστικό επίπεδο, δεν μπορεί να “διαγράψει” προηγούμενες εμπειρίες. Τα βιώματά μας είναι ολιστικά φαινόμενα. Από μόνη της κάποια γνωστική επανεγγραφή τους, αφήνει αναλλοίωτο το συγκινησιακό κομμάτι της παλιάς εμπειρίας.

Επίσης, σήμερα, γνωρίζουμε πως για να δημιουργηθούν νέα νευρωνικά μονοπάτια και το παρόν να αναπλαισιώσει το παρελθόν, χρειάζονται για πάρα πολύ χρόνο, συνεχείς και ολιστικές επανεγγραφές της εμπειρίας στο παρόν. Επίσης, γνωρίζουμε ότι χρειάζονται καινούρια τωρινά βιώματα γύρω από τα προβληματικά θέματα, όπως και δομημένη ψυχοθεραπευτική δουλειά με την επίγνωση αυτών των βιωμάτων.

“Μα το Playback λειτουργεί έντονα βιωματικά, και πέρα από τη διάσταση της νόησης…” θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί. Σύμφωνοι, αλλά αυτή η έντονη βιωματική διάσταση του Playback αφορά μόνον κάτι περιορισμένο: τη σύντομη εμπειρία της εκδραμάτισης. Αυτή η εμπειρία δεν είναι ψυχοθεραπευτική, γιατί πρόκειται μόνο για μια ολιγόλεπτη τριβή του θεατή με ό,τι του είναι απειλητικό ή τραυματικό. Και προπαντός δεν είναι μακρόχρονη δομημένη δουλειά και με τη βασική και με τη συνειδητή του επίγνωση.

Ακόμη λοιπόν και αν κάνουμε την τραγική υπόθεση πως όλοι οι επί σκηνής ηθοποιοί είναι έμπειροι ψυχοθεραπευτές με τον ευγενή σκοπό να “θεραπεύσουν” τον αφηγητή, η επί σκηνής κατασκευή ενός “επουλωτικού σεναρίου”, θα ήταν παντελώς άχρηστη και ενδεχομένως κακοποιητική.

Οποιοδήποτε ψυχοθεραπευτικό αποτέλεσμα δεν είναι μόνο στο περιεχόμενο μιας συνεδρίας, δεν είναι σε κάτι που “συνιστά” ο ψυχοθεραπευτής, αλλά βασίζεται κυρίως στα όσα διαμείβονται κατά την εξέλιξη ολόκληρης της θεραπευτικής σχέσης διάρκειας. Έτσι, ένα απλό “επουλωτικό σενάριο” από τον συντονιστή/ηθοποιό – “ψυχοθεραπευτή”, θα στηριζόταν σε ερμηνευτικές υποθέσεις και μαντείες για το τι “αληθινά” χρειάζεται να δει ο μέχρι τώρα άγνωστος αφηγητής, ή, ακόμη χειρότερα, σε υποθέσεις για το τι είναι καλύτερο γι αυτόν να δει. Κάτι τέτοιο υποβαθμίζει πάραυτα τον αφηγητή σε παιδί που δέχεται συμβουλές, τον αντικειμενοποιεί, τον καθοδηγεί.

Για όλους αυτούς τους λόγους, πιστεύω βαθύτατα πως οποιαδήποτε θεώρηση βλέπει τα εναλλακτικά σενάρια του Playback ως ψυχοθεραπεία, είναι από τη βάση της ανυπόστατη, και εκτρέπει δραματικά το Playback από το διαλογικό του πλαίσιο, το όραμα και την αποστολή του.

Όταν ξανα-παίζεται μία ιστορία με κάποια άλλη τροπή των γεγονότων της, δεν συμβαίνει κάτι επουλωτικό ή θεραπευτικό επειδή ο αφηγητής “διορθώνει” ή εκτονώνει συγκινησιακά κάτι. Άλλωστε, σήμερα, η κάθαρση δεν θεωρείται ότι προσφέρει κάτι ουσιαστικό από μόνη της, χωρίς να είναι μέρος κάποιου ευρύτερου ψυχοθεραπευτικού πλαισίου – αντίθετα, μπορεί να αποβεί εξαιρετικά επικίνδυνη.

Αυτό όμως που σίγουρα λειτουργεί θεραπευτικότατα στο Playback σε τέτοιες περιπτώσεις “παραλλαγής” του σεναρίου των ιστοριών, είναι το ίδιο το σχεσιακό γεγονός της επανάληψης της εκδραμάτισης – ανεξάρτητα από την όποια κάθαρση ή παραλλαγή των γεγονότων στη νέα σκηνική εκδοχή τους.

Ο αφηγητής, καταρχήν εισπράττει τη διαθεσιμότητα και την παρουσία του συντονιστή, των ηθοποιών, της αίθουσας ολόκληρης. Νιώθει τον δια-υποκειμενικό χώρο της παράστασης να τον αγκαλιάζει, να αποδέχεται την ανάγκη του. Νιώθει να είναι ορατός, σημαντικός, σεβαστός από τους Άλλους. Κι ακόμη, νιώθει ότι ναι, όντως, υπάρχει η δυνατότητα να επανεγγράψει κάποτε την εμπειρία του, να της προσδώσει άλλο νόημα από το παρόν του. Και, βέβαια, αντιλαμβάνεται ότι για κάτι τέτοιο, το κατάλληλο σχεσιακό πλαίσιο είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Και έτσι, ναι, όντως, το Playback λειτουργεί θεραπευτικά, όμως μέσα από τη σχεσιακή του υπόσταση, και όχι γιατί διορθώνει κάτι σεναριακά.

 

 

Συμπερασματικά

 

ακόμη και αν κάποιος δεν δεχτεί καμία από τις παραπάνω θεραπευτικές λειτουργίες του Playback, δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός πως για πολλούς, όταν η παράσταση Playback εξελίσσεται με τη φυσική ροή της, μετά το τέλος της, έρχεται κάποιες φορές μια αίσθηση ολότητας.

Πιστεύω πως αυτή η αίσθηση ολότητας είναι ένα ευεργετικό αίσθημα “ανήκειν” σε κάτι ευρύτερο, μια “μήτρα” που δεν κρίνει, αλλά απλά παρέχει ευρυχωρία και ασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα αγκαλιάζει και εμπεριέχει. Είναι μία αίσθηση δυναμικής αρμονίας, ότι όλα είναι αλλιώς φανερά και “σωστά” στη θέση τους (όχι αναγκαία “καλά – ευχάριστα” ή ειρηνικά).  

Στην κλίμακα του ενιαίου πολυσώματου οργανισμού-παράσταση (αποτελούμενου από όλα τα παρόντα στην αίθουσα πρόσωπα, ηθοποιούς και θεατές), ίσως αυτή η αίσθηση να είναι ένας απόηχος της δια-υποκειμενικής συνείδησης που συνδημιούργησαν. Ή, ένας απόηχος του σφυγμού, της λάμψης του ολικού δυναμικού όλων αυτών των ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν και “συνομίλησαν” με το μυαλό και την καρδιά τους μέσα από τις ιστορίες που αφηγήθηκαν, άκουσαν, εκδραμάτισαν, παρακολούθησαν.

Και ταυτόχρονα, στην κλίμακα του κάθε ενός προσώπου, ίσως μετά την παράσταση συντονίζεται και αντηχεί κάτι από αυτό που ο Yontef (1993) ορίζει σαν “πυρήνα”, “Αληθινό Εαυτό”: ό,τι δίνει στο κάθε πρόσωπο ένα “από καρδιάς” αίσθημα ταυτότητας.

Ή, ίσως στην αίσθηση που απομένει μετά την παράσταση σε κάθε πρόσωπο, να ηχεί συνολικά ό,τι είναι βαθύτατη αλήθεια για το ίδιο το πρόσωπο – αν το δούμε σαν ένα εν δυνάμει ακέραιο όλον μέσα στην απεραντοσύνη του “παντός”.