All posts by site_admin

… Γιάννης Ρίτσος: από τη «Φαίδρα»

Το πρωί, μόλις ξυπνήσουμε (πιο κουρασμένοι απ’ όσο πριν απ’ τον ύπνο) πρώτη κίνησή μας, πριν ακόμα πλυθούμε, πριν πιούμε τον καφέ μας, ν’ απλώσουμε το χέρι να πάρουμε απ’ το κομοδίνο το στεγνό μας προσωπείο να το εφαρμόσουμε σαν ένοχοι στο πρόσωπό μας άλλοτε με αλευρόκολλα ή ψαρόκολλα, άλλοτε με τη γλοιώδη εκείνη κόλλα που κολλούν τα πετσιά οι τσαγκαράδες. Κι όλη μέρα να νιώθεις την κόλλα να ξεραίνεται, να ξεκολλάει, κομμάτια – κομμάτια απ’ το δέρμα σου· να μη σε αγγίζει κατευθείαν το φως, ο αέρας, το νερό, ένα χέρι ή το δικό σου χέρι· κι από πάνω νάχεις το φόβο μήπως ξεκολλήσει ολόκληρο το προσωπείο από μια αθέλητη σύσπαση χαμόγελου· μην πέσει μέσα στο πιάτο σου με το κοκκινιστό κοττόπουλο, ακριβώς την ώρα που λες “καθόλου δεν πεινώ”· μη και φανεί ολόγυμνη η άγριά σου πείνα, η αστείρευτη πείνα.

Γιάννης Ρίτσος, 1979, «Φαίδρα», από την «Τέταρτη Διάσταση» (ΣΤ΄τόμος από τα «Άπαντα», Κέδρος, Αθήνα)
_________________________
Το απόσπασμα αυτό αναρτήθηκε στο fb τον Ιούλιο του 2018, συνοδευόμενο από το ακόλουθο κείμενο:


Ένα ιδιότυπο «ΤΕΣΤ»=

Λέγεται ότι πολλοί, μόλις ξυπνούν το πρωί, με την τσίμπλα ακόμα στο μάτι, η πρώτη τους δουλειά είναι να ψάξουν στα τυφλά το κινητό, να μπουν στο fb για να δουν «τι έγινε» όσο δεν είχαν επαφή με την οθόνη.

Ε, βγάλτε από το παρακάνω εκπληκτικό ποίημα τη λέξη «προσωπείο», βάλτε «κινητό-fb» και, voila!!… προβάλλουν σε μία αδιανόητα πιστή μεταφορά η κόλλα, ο αποκλεισμός του πραγματικού προσώπου για να μην αγγιχτεί κατευθείαν από το φως, τον αέρα, το νερό, ένα χέρι, ακόμα και το δικό μας χέρι και, κυρίως, η ΠΕΙΝΑ…. ποια πείνα;

Ας αναλογιστεί καθένας μας, στις μέρες μας της δήθεν ευδαιμονίας, για την άγρια, αστείρευτη πείνα μέσα του για ελάχιστη έστω αλήθεια, για ψήγματα αυθεντικότητας, γνήσιας γαλήνης και γνήσιας συντροφιάς…

Live vid=gr=“Τα αιρετικά”-[9] Γίνεται να μην τελειώνουν οι έρωτές μας;

Στη σαρωτική εμπειρία του έρωτα τα συναισθήματα γενικώς είναι εκρηκτικά, θυελλώδη, αβάσταχτα. Μια θαρρείς ακατανίκητη δύναμη μας έλκει «προς» τον Άλλον στροβιλίζοντάς μας και ταυτόχρονα μας μεταμορφώνει. Νιώθουμε ότι εισερχόμαστε σε ένα απέραντο λιβάδι αιωνιότητας. Οπότε, μοιραία, θρηνούμε σπαραχτικά όταν οι έρωτές μας τελειώνουν, θεωρώντας ότι «κακώς» τελειώνουν. Γενικώς, στη ζωή και την τέχνη, οι έρωτές μας «θα έπρεπε» να είναι αιώνιοι και θεωρείται ότι «κακώς» τελειώνουν – ατυχία, μοιραίο, κάτι τελοσπάντων που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Είναι όμως έτσι; Μήπως το τέλος των ερώτων μας είναι τόσο φυσικό όσο και αναγκαίο για να παραμένουμε ζωντανοί; 

________________________

Για να μην μένουμε εγκλωβισμένοι στο φατσοβιβλίο, σε περίπτωση που ενδιαφέρεστε να ενημερώνεστε απευθείας, σε μηνιαία περίπου βάση, γι’ αυτά που κάνω (βίντεο κάθε είδους, αναρτήσεις κειμένων, ομιλίες, ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 5, Πολύτεχνο, ομάδες, βιωματικά εργαστήρια, συνεργασίες – συμπράξεις, κλπ), μπορείτε αν θέλετε να μου δώσετε το μέιλ σας χρησιμοποιώντας τη φόρμα του συνδέσμου που ακολουθεί (ώστε να μην εξαρτάται τόσο πολύ η πληροφόρηση και η επικοινωνία μας από το τόσο απρόβλεπτο πλέον fb): 
https://goo.gl/forms/toOSH8ykGe8vPdwI3

 

Πώς με λένε; Κι αν με λέγανε αλλιώς; – τορπιλίζοντας λέξεις και ονόματα

Με αφορμή την ονομαστική μου γιορτή, μια μικρή συζήτηση με μία φίλη και τις τόσο θερμές ευχές που πήρα (με τις οποίες συγκινήθηκα πολύ και είμαι ευγνώμων), σκέφτηκα κάτι σε μια στιγμή και, τελικά, έφτιαξα μια 2η Σημείωση γι’ αυτόν τον μήνα, εκτενή και εξομολογητική.

Αυτό που έγινε είναι ότι προβληματίστηκα, γιατί ξαφνικά θυμήθηκα κάτι που ακούω συχνά: τα ονόματά μας, λέει, έχουν συμβολική σημασία και εμείς καλό είναι να στοχαζόμαστε για ό,τι συμβαίνει με το δικό μας όνομα. Είπα λοιπόν: μήπως πρέπει να με απασχολήσει κι εμένα παραπάνω η σημασία του ονόματός μου;

 

Δεν ξέρω καθόλου για πιθανές μεταφυσικές σημασίες των ονομάτων μας. Και ούτε ενδιαφέρομαι να το ψάξω σε αυτό το επίπεδο.

Για μένα, το όνομά μας είναι ένας ήχος στον οποίο συνηθίζουμε να συμπυκνώνουμε το εγώ μας ώστε να στρεφόμαστε όταν μας καλούν, να υπογράφουμε έγγραφα και συχνά να εννοούμε εμείς οι ίδιοι την αυτοσυναίσθησή μας, ακόμα και όταν παραμένουμε σιωπηλοί.

Μια έμμεση επίδραση του ότι κάπως μας λένε, είναι ότι τυλιγόμαστε με τον μέσο όρο κάποιας λόγω συνειρμών αίσθησης που τριγυρίζει μερικά ονόματα – ας πούμε η Χλόη, η Δάφνη, ίσως μας παραπέμπουν σε ανοιξιάτικη αύρα και ήπια παγανιστική διάθεση, ο Κωνσταντίνος φέρει δόσεις ήρεμης σιγουριάς και θωπευτικού βάρους λόγω του συνειρμού της πορφύρας και πάει λέγοντας.

Πάντως, φαίνεται ότι μοιραία δεχόμαστε στην πλάτη μας έναν μέσο όρο σημασιών που προβάλλονται συλλογικά στα ονόματα μας – όπως συμβαίνει και με κάθε λέξη. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν νομίζω ότι κάποιος, ανεξαρτήτως πεποιθήσεων, εύκολα θα βαφτιζόταν Ιούδας, Ηρώδης, Νέρων, Βελζεβούλης (αν και τούτο το τελευταίο έχει κάτι χαϊδευτικό, γιατί φέρει έναν συνειρμό με το “μπούλης”).

 

Αλλά για μένα άλλο είναι το θέμα, σήμερα. Ξεκινώντας από το ότι ίσως θα έπρεπε να με προβληματίσει το σύμβολο του ονόματός μου, άνοιξα λίγο το θέμα κι αναρωτήθηκα γιατί εμείς οι άνθρωποι ψάχνουμε τόσο επίμονα να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας σε κάποιο έστω ασαφώς προδιαγεγραμμένο πλαίσιο προσδιορισμών. Δείτε για παράδειγμα τα ωροσκόπια.

Υπάρχει το κλασικό ωροσκόπιο, το Κινέζικο. Υπάρχει το Ινδιάνικο, καθώς και το τόσο μυστηριώδες και σαγηνευτικά ποιητικό ωροσκόπιο των “μεταβάσεων” του αρχαίου σοφού Σαλαντιμπάν (ο οποίος κανείς δεν ξέρει αν υπήρξε ή όχι, ούτε αν η καταγωγή του ήταν όντως, όπως λέγεται, από την Αιθιοπία, στα βάθη της οποίας έζησε από τα 21 του μέχρι τα 116 χρόνια του  και ο οποίος κοιμόταν πάντα μέρα και διαλογιζόταν ή συναντούσε τους πιστούς πάντα στο τρυφερό χνούδι του σκοταδιού της νύχτας).

 

Όμως, γιατί εμείς χαιρόμαστε όταν μας λένε τα γνωρίσματα μιας κατηγορίας κάποιου ωροσκοπίου ή μιας οποιασδήποτε μεθόδου ταξινόμησης και προσπαθούμε να δούμε αν μας ταιριάζουν ή όχι αυτά τα γνωρίσματα; Μάλιστα, τις πιο πολλές φορές, σκανδαλωδώς, φαίνεται να μας ταιριάζουν, ακόμα κι αν είμαστε Τοξότες και κατά λάθος μας διαβάσουν το ωροσκόπιο του Λέοντα.    

 

Από τη μια μεριά, είναι σίγουρα ευχάριστο να ασχολούμαστε με τον εαυτό μας – ιδιαίτερα όταν άνθρωποι, τα σημεία των καιρών και το σύμπαν το ίδιο μας τσαλαπατούν ξεδιάντροπα στη μηδαμινότητά μας, καθημερινά.

Δηλαδή, όπως νιώθουμε όμορφα να κάνουμε ζεστό long play μπάνιο και να απλώνουμε πάνω μας μυρωδικές και θεραπευτικές κρέμες χαϊδεύοντας το κορμί μας, είναι σίγουρα ευχάριστο να ασχολούμαστε και με το “Ποιος είμαι; Για να δούμε, είμαι αυτός που λέει αυτό το ωροσκόπιο; Μήπως είμαι κάτι παραπάνω ή λιγότερο;” Είναι μια αφορμή να ασχολούμαστε μ’ εμάς, να νιώθουμε λίγο σημαντικοί στα μάτια μας – κάπως όπως όταν στηνόμαστε μπροστά στο σέλφι μας όλο λαχτάρα για το tag που θα κάνουμε. 

Κοντολογίς, θαρρώ πως ένας από τους τόσους πιθανούς λόγους για τους οποίους μας αρέσει τόσο να βλέπουμε αν ταιριάζουμε σε πλαίσια έτοιμων κατηγοριών βάσει γνωρισμάτων, βρίσκεται στο ότι είναι δύσκολο να αυτο-προσδιοριζόμαστε, να νιώθουμε υποκείμενα, άτομα, τελοσπάντων “κάποιοι” μέσα στις θύελλες των εποχών και την απεραντοσύνη του σύμπαντος. Και βέβαια, εδώ που τα λέμε, η ιδέα ότι δεν είσαι ούτε καν σκουπιδάκι σε μία αχανή και άχρονη αυλή θαυμάτων που δεν σε ρωτάει για τίποτα, δεν αντέχεται εύκολα…  Ενώ ένα έτοιμο πλαίσιο γνωρισμάτων μας δανείζει σχήμα, το οποίο μπορεί να χρειαζόμαστε ακόμα κι αν κάποιες φορές αυτό μας στραγγαλίζει.

 

Κατέληξα λοιπόν, ότι το να ψάχνω τι μπορεί να “σημαίνει” συμβολικά το όνομά μου (που είναι κι αυτό ένα πλαίσιο σημασιών), είναι σαν να τσεκάρω αν ταιριάζω σε ένα ωροσκόπιο.

Οπότε, τουλάχιστον για το όνομά μου, ευχαριστώ πολύ, δεν θα πάρω…  Δεν θα με απασχολήσει ούτε ένα λεπτό η σημασία του. Γιατί ούτως ή άλλως δεν το διάλεξα εγώ.

Ακριβώς όπως, όταν γεννιόμαστε, κανείς δεν μας ρώτησε αν θέλαμε να γεννηθούμε σ’ αυτήν τη χώρα, πόλη ή χωριό, αυτήν την ιστορική περίοδο, αυτήν την εποχή του χρόνου και, κυρίως, από αυτούς τους γονείς.

 

Ανοίγουμε τα μάτια μας και παίρνουμε την πρώτη καυτή ανάσα μας μέσα σε μία ήδη προκατασκευασμένη φάτνη προσδοκιών του περιβάλλοντος. Προτού γεννηθούμε, όπως λέει ο Aldo Carotetnuto, ήδη μας έχουν φανταστεί. Έχει φτιαχτεί ένα σχήμα, εμείς ξεπηδούμε μέσα σ’ αυτό χωρείς να ερωτηθούμε, παίρνουμε στα χέρια μια σκυτάλη που μας πασάρουν, μας λένε “και τώρα, τρέχουμε!” – κι εμείς, τρέχουμε.

 

Είναι ήδη εξαιρετικά δύσκολο μέσα σε τόσες και τόσες στρώσεις “προκάτ” σημασιών να χτίσω ένα κάπως αξιοπρεπές “εγώ είμαι” κοιτώντας με συμπάθεια εμένα, τον ουρανό και κάποιους λίγους Άλλους του είδους μας… Σ’ αυτόν τον αγώνα εξατομίκευσης, σαν δημιουργός κοσμημάτων, πρέπει να ασχολούμαι με τη λεπτομέρεια και να βάζω ό,τι απολύτως προσωπική σφραγίδα μπορώ σε όσα κάνω μόνος μου με το σύμπαν ή καθώς συναντώ εσένα, εσένα, εσάς.

 

Θέλω να πάψω να ασχολούμαι με έτοιμα πλαίσια, με ό,τι έτοιμο πετιέται πάνω μου από δω κι απο κει και με τυλίγει σαν δίχτυ Ρωμαίου μονομάχου σωριάζοντάς με στην άμμο της αρένας, με τη σκόνη της σαν κυρίαρχη εικόνα αυτού του κόσμου.

Δεν θέλω να πορεύομαι παραπατώντας σαν μεθυσμένος ανάμεσα σε κάδους σκουπιδιών με το μεθύσι μου να σκεπάζει τη βρώμα τους.

Δεν οδηγεί πουθενά να κάθεσαι στριμωγμένος στα σκοινιά του ριγκ και να σε νοιάζει μόνο να αποφεύγεις μπουνιές. Χρειάζομαι το κέντρο μου, χρειάζομαι να ασχολούμαι με το τι εκπορεύεται απευθείας από “εκεί μέσα και κάτω”, τι γεννώ εγώ ο ίδιος, όμορφα, καθαρά, ίσια μέσα από την ουσία μου, και όχι μόνο τι μπορώ να κάνω “ως προς” ό,τι έρχεται καταπάνω μου.

 

Οπότε, αποφάσισα να μην ασχοληθώ καθόλου με το τι μπορεί να σημαίνει ή μη το όνομά μου. Είναι πλέον δικό μου – ασχέτως αν μου φορέθηκε φέσι – θα το παίρνω μαζί μου, εύπλαστο σαν συννεφένια πρώτη ύλη, και θα το προσαρμόζω “εγώ” σε ό,τι γίνομαι στη διαδρομή μου, αντί να μπαίνω μέσα στα μύρια όσα μπορεί “εκείνο” να σημαίνει.

Όπως και να το κάνουμε, αλλιώς ηχεί το “με λένε Χ” (ποιος σε λέει Χ; ποιος κάποτε σε είπε Χ χωρίς να σε ρωτήσει;) κι αλλιώς ηχεί το “Είμαι ο Χ”…

Άσε που το κόλπο με τη σημασία των ονομάτων, έχει συχνά να κάνει και με βρόμικες μισοτελειωμένες υποθέσεις και οικογενειακά μυστικά που παραδίδονται μη συνειδητά από γενιά σε γενιά.

Δηλαδή, αν ο παππούς μου ο Πέτρος ήταν έρμαιο της γιαγιάς μου, εγώ πρέπει να τσεκάρω αν κάνω το ίδιο ή αν, αντιθέτως μαστιγώνω τις γυναίκες; Προτιμώ να κάνω ό,τι κάνω με τις γυναίκες γιατί το θέλω και είμαι εγώ και όχι ως προς το τι έκανε ο παππούς μου του οποίου το όνομα φέρω. Κι ακόμη, χαίρομαι πολύ που δεν νιώθω καθόλου τη στερεότητα της πέτρας ως μόνιμο γνώρισμά μου και, κυρίως, που δεν νιώθω καθόλου, μα καθόλου “Άγιος”…

 

Στο κάτω-κάτω, μια χαρά είναι το όνομά μου. Έχει πρώτο – πρώτο αυτό το “π” το οποίο είναι από τη φύση του χτυπητό, ζωηρό – ξυπνά αμέσως όχι μόνο εμένα που το ακούω αλλά κι αυτόν που με καλεί, μας βάζει σε μια εγρήγορση επικοινωνίας (όχι πάντα ευχάριστη, αλλά πάντως εγρήγορση). Κι έπειτα είναι κι εκείνα τα “τ” και “ρ” που τριζοβολάνε όμορφα μεταξύ τους σαν κλαρούδια που καίγονται και δημιουργούν κέντρο βάρους, ισορροπία στον ήχο…

Μια χαρά είναι, και φιλότιμα θα πάλευα (μέχρι τελικής πτώσεως) να είμαι επίσης μια χαρά, όποιο και νάταν το όνομα που που δώσανε, μαζί με τόσα άλλα (φτερά ή φορτία, δεν έχει σημασία, σημασία έχει το ότι δεν ρωτήθηκα…).

 

Να αποφύγουμε το πλαίσιο του κόσμου μέσα στον οποίο γεννιόμαστε, δεν γίνεται.. Ακόμα και το “Κανένας” του Οδυσσέα στον Κύκλωπα, όνομα είναι… Ας φτιάχνουμε λοιπόν όσο και όπως μπορούμε το πλαίσιο αυτό βλέποντάς το σαν όμορφη φωλιά και όχι σαν το κρεβάτι του Προκρούστη.

 

Όπως λέει κι ο Τάκης Σινόπουλος, “Γιατί δέχεσαι υποταγμένος το κοινώς αποδεχτό νόημα, τη σημασία πού σού έχει επιβληθεί αυτών ή εκείνων των λέξεων; Γιατί δεν τις τορπιλίζεις;”   

_______________________

Live vid=gr=“Τα αιρετικά”-[8] Αξίζεις άραγε την εύθραυστη εμπιστοσύνη μου;

Λέμε συχνά, ή ακούμε να μας λένε: “πρόδωσες την εμπιστοσύνη μου!”…: “ποτέ δεν περίμενα ότι θα μου έκανες κάτι τέτοιο…”, “πού να το φανταστώ ότι ήσουν και τέτοιος …”, “καλά, δεν με σκέφτηκες καθόλου όταν το έκανες αυτό;…”, “τόσον καιρό ήσουν άλλος, ζούσα ένα ψέμα μαζί σου” κλπ. 
Τι σημαίνει κυριολεκτικά η λέξη «εμπιστοσύνη» και πώς της αλλάζουμε τα φώτα στην καθημερινότητά μας; Μήπως ενίοτε την καταντούμε εργαλείο ελέγχου του Άλλου και δικαιολογία για να θυματοποιούμαστε εμείς οι ίδιοι; Πότε, σε ποιον και σε τι μπορούμε να έχουμε κυριολεκτικά «εμπιστοσύνη»;
________
Για να μην μένουμε εγκλωβισμένοι στο φατσοβιβλίο, σε περίπτωση που ενδιαφέρεστε να ενημερώνεστε απευθείας, σε μηνιαία περίπου βάση, γι’ αυτά που κάνω (βίντεο κάθε είδους, αναρτήσεις κειμένων, ομιλίες, ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 5, Πολύτεχνο, ομάδες, βιωματικά εργαστήρια, συνεργασίες – συμπράξεις, κλπ), μπορείτε αν θέλετε να μου δώσετε το μέιλ σας χρησιμοποιώντας τη φόρμα του συνδέσμου που ακολουθεί (ώστε να μην εξαρτάται τόσο πολύ η πληροφόρηση και η επικοινωνία μας από το τόσο απρόβλεπτο πλέον fb): 
https://goo.gl/forms/toOSH8ykGe8vPdwI3

 

Η γλώσσα και τα όρια των λέξεων

Σημείωση = 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το ΒΙΒΛΙΟ μου “Ο χορός των θαυμάτων: τα μεγάλα ταξίδια στα μικρά βήματα”
εκδόσεις ΡΩΜΗ, Μάιος 2017

Επίσης, είναι ανάρτηση ως «σημείωση» («Note») στο fb τον Ιούνιο του 2018.

Για λόγους καθαρά πρακτικούς, ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΩ εδώ τη βιβλιογραφία. Εάν ενδιαφέρεστε, παρακαλώ επικοινωνήστε και θα σας διαθέσω με χαρά τις πηγές.

____________________

Η “γλώσσα” (“language”) που χρησιμοποιώ είναι το λεξιλόγιό μου αλλά και ο τρόπος μου να εκφράζομαι (τόνος φωνής, άρθρωση, ταχύτητα κλπ)· ενέχει ούτως ή άλλως τη στάση μου, τις αναστολές μου, τη διάθεσή μου, τις προθέσεις μου, τη ματιά μου στον Άλλον. Επίσης, ενέχει το «κανάλι» στο οποίο του απευθύνομαι.

Για παράδειγμα, όταν λέω “και μόνο που αγγίξαμε αυτό το θέμα το στομάχι μου σφίγγεται και ζαλίζομαι, είναι σαν να πέφτω από ψηλά”, μιλώ σε ένα “κανάλι” το οποίο αφορά στη σωματικότητά μου· όταν λέω “μιλώντας γι’ αυτά δυσκολεύομαι και ποτέ δεν τα καταφέρνω να πω αυτό που θέλω”, μιλώ σε ένα «κανάλι» κυρίως νοητικό, στο οποίο σκέφτομαι και συνυπολογίζω.

Η γλώσσα είναι πολύτιμη στο είδος μας· επίσης, είναι ένα εξ ορισμού ανακριβές εργαλείο, που όμως έχει μεγάλη σημασία στην κουλτούρα μας. Ωστόσο, οι λέξεις αποδίδουν πάντα μόνο κατά προσέγγιση αυτό που βιώνουμε. Όταν επιχειρούμε να χωρέσουμε την εμπειρία σε λέξεις, μπορεί κάτι να κερδίζεται αλλά σίγουρα και κάτι χάνεται: κάτι από την ολότητα, τη βιωμένη αλήθεια, τον πλούτο, την εντιμότητα της εμπειρίας (Stern, 2004, σ. 144).

Περιγράφοντας φραστικά την εμπειρία, ούτως ή άλλως την τεμαχίζουμε, σπάμε την ολότητα και κυρίως την αμεσότητά της, καθώς την περιορίζουμε σε μία σειραϊκή παράθεση λέξεων – δηλαδή νοητικών αφαιρέσεων. Η άμεση διαπροσωπική εμπειρία περνά με τη γλώσσα σε ένα πιο αφηρημένο και απρόσωπο επίπεδο: άλλο πράγμα είναι αυτό που βιώνουμε και άλλο είναι η λεκτική του έκφραση.

Οι εμπειρίες μας μεταφέρονται εμμέσως και μερικά με τη γλώσσα, ενώ άμεσα με την άδηλη και μη συνειδητή εξωλεκτική μας επικοινωνία μέσω του υπόγειου και μη συνειδητού διαλόγου των σωμάτων μας.

Ο Mann (2010, σ. 193) ότι όσο πιο υποκειμενική είναι η χρήση της γλώσσας, τόσο εγγύτερα βρισκόμαστε στην αμεσότητα της εμπειρίας, – γι’ αυτό και η χρήση της μεταφοράς και της εικόνας είναι μια σπουδαία εκφραστική δυνατότητα, με ένα επίπεδο κατανόησης που υπερβαίνει τις χρησιμοποιούμενες λέξεις. Άλλωστε, για τους Cox & Theilgard (όπως παραπέμπει ο Hodges, 2003, σ. 256), η αυθόρμητη εικόνα φτάνει κιόλας στον πυθμένα προτού καν αναδεύσει την επιφάνεια.

 

Ο Heidegger (2009), θεωρεί τη γλώσσα ως μία εξαιρετικά καθοριστική λειτουργία, με τη δύναμη να υποτάσσει το υποκείμενο, το οποίο μοιραία πρέπει στη διαδρομή του να συνθέσει τη δική του, προσωπική και αυθεντική γλώσσα, χωρίς να σκέφτεται αν αυτή είναι κατανοητή ή όχι από τον κοινό νου (ο Heidegger πίστευε ότι η ποίηση συνιστά μία από τις μορφές έκφρασης μιας τέτοιας γλώσσας).

Ο Merleau-Ponty (2002) διαχωρίζει την δευτερογενή από την πρωτογενή έκφραση. Αναφέρεται στην “ομιλούμενη γλώσσα” (τη δευτερογενή έκφραση), η οποία αφορά στη χρήση λέξεων, δηλαδή σημείων ή/και συμβόλων σε ένα γλωσσολογικό επίπεδο. Ωστόσο, η Busch (2015, σ. 280), σημειώνει ότι με τον όρο “ομιλούσα γλώσσα” (ή πρωτογενής έκφραση), ο Merleau-Ponty φέρνει στο προσκήνιο τη σημασία της χειρονομίας και τη σωματική διάσταση της ομιλίας, θεωρώντας την ένα κατεξοχήν σωματικό φαινόμενο. Βλέπει την κίνηση του σώματος ως τη βάση της σύνδεσής μας με τον κόσμο και τις λέξεις να φέρουν, εκτός από τη σημασία τους ως έννοιες, ένα υπαρξιακής απόχρωσης πρωτογενές νόημα· αυτό το νόημα βρίσκεται σε άμεση σχέση με την παραγωγή μιας αίσθησης που βασίζεται στη σωματική και συναισθηματική διάσταση της χειρονομίας.

Η ομιλούσα γλώσσα προηγείται της ομιλούμενης, είναι αυστηρά υποκειμενική και ταυτοχρόνως, εξορισμού της, δια-υποκειμενική (ο Merleau-Ponty μιλά για “δια-σωματικότητα” – “intercorporeality”). 

Με αφορμή την ομιλούσα γλώσσα, ας αναλογιστούμε ότι το μωρό έχει ένα εκφραστικό ρεπερτόριο εξαιρετικά άμεσο και ζωντανό, συνεπέστατο με την άμεση εμπειρία του. Καθώς μεγαλώνοντας χτίζουμε το λεξιλόγιό μας, οι λέξεις, παραμένοντας εξ ορισμού τους στο νοητικό επίπεδο, μπορεί να φτάσουν να αντικαθιστούν την εμπειρία παρά να την εκφράζουν, οπότε μοιραία χάνονται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, οι λεπτές αποχρώσεις των άμεσων, ζωντανών και απολύτως προσωπικών μας βιωμάτων…

Λέω “νιώθω απόγνωση” και συχνά νιώθω αυτό που περίπου δηλώνει συνήθως η κατά μέσον όρο  χρήση αυτής της λέξης. Προσαρμόζω την ίδια την υφή του μοναδικού συναισθήματός μου εκείνης της στιγμής, στη γενικευμένη σημασία της έκφρασης που χρησιμοποιώ για να περιγράψω την εμπειρία μου, αρκούμενος να νιώθω αυτό που περίπου, κατά προσέγγιση, υπονοεί η “κατά μέσο όρο” χρήση της λέξης.

 

Τέλος, αντιγράφω εδώ λίγες γραμμές από το “Νυχτολόγιο” του Τάκη Σινόπουλου (1978), γιατί αναφέρεται ακριβώς στο ζήτημα της γλώσσας:

“Πιάσε από την αρχή τη γλώσσα σου. Κοίταξε τον τρόπο που εσύ την κάνεις να δουλέψει, να λειτουργήσει. Πώς συνταιριάζεις τις λέξεις στη γλώσσα; Σε τι κανόνες, σε τι νόμους υπακούεις; Γιατί δεν γκρεμίζεις αυτό το καλοστημένο (ή δήθεν) γλωσσικό σου οικοδόμημα, γιατί δεν το ξαναφτιάχνεις από την αρχή, με άλλη γραμματική, με άλλη σύνταξη άλλες λέξεις, (ακόμα κι αυτό) άλλες σχέσεις, συναρτήσεις, δομές; Γιατί δέχεσαι υποταγμένος το κοινώς αποδεχτό νόημα, τη σημασία πού σού έχει επιβληθεί αυτών ή εκείνων των λέξεων; Γιατί δεν τις τορπιλίζεις; Γιατί φοβάσαι; Δεν είναι αργά. Έτσι κι αλλιώς επικοινωνία δεν υπάρχει. Είναι απαράδεχτο να φοβάσαι”.

Live vid=gr=“Τα αιρετικά”-[7] Υπάρχει αυτό που λέμε ‘χρόνος’-τελικά;

UPLOADED= Ιούνιος 2018 στο Fb. LINK to Fb:

https://www.facebook.com/100010682622827/videos/602017540164328/?id=100010682622827

___________________

Για το περιεχόμενο του βίντεο, με αφορμή ένα σχόλιο στο fb:

 Χαρίκλεια Βαιλείου:

Η ομιλια σου εκτος των αλλων διατυπωνει καποια ουσιωδη ζητηματα προς συλλογισμο καθως αποτελει εναυσμα προς εμβριθή συζητηση. Πόσο τελικα τα πορισματα της μοντερνας φυσικης μας συνδραμουν στην καθημερινη ευδαιμονια μας ή στην ψυχικη ισορροπια η στην αντιμετωπιση των υπαρξιακων μας φοβων;;;

 

Απάντηση:

Είναι, κατ’ εμέ, θέμα χρήσης των πορισμάτων. Όταν τα πορίσματα της φυσικής γίνονται οι βάσεις για κατορθώματα τεχνολογικά που βελτιώνουν τη ζωή, όλα καλά.

Κι όλα καλά, επίσης, όταν εμπνέουν φιλοσοφικούς στοχασμούς.

Όταν όμως γίνονται θεμέλιο για φιλοσοφικές και πνευματικού τύπου αυθαιρεσίες εν είδει προτροπής (έστω και έμμεσης) θρησκευτικής πίστης σε κάποια «αλήθεια», θεωρώ ότι βλάπτουν τα μάλα.

Όταν ο φυσικός μου λέει πως οι αισθήσεις μου μου λένε «ψέματα» κι ότι ζω μια ψευδαίσθηση ή ότι ο χρόνος είναι ψέμα κατασκευασμένο στον εγκέφαλό μου, με μία τέτοια διατύπωση υπονοεί ότι «εκεί έξω» υπάρχει κάτι πραγματικό, «αντικειμενικά» υπαρκτό – ενώ η φυσική, σήμερα, μας λέει ότι κανείς δεν ξέρει πώς είναι η φυσική πραγματικότητα, ξέρουμε μόνο ότι κάπως υφίσταται.

Δηλαδή, ο φυσικός που μου λέει για το «ψέμα» υπονοεί ότι κάνω το «λάθος» να πορεύομαι στη ζωή αγκαλιά με την υποκειμενική μου εμπειρία αντί να ρυθμίζω τη ζωή μου με βάση αυτό το «εκεί έξω αντικειμενικά» υπάρχον.

 

Δηλαδή, να κάνω τι;

Να μη με νοιάζει η φθορά, η αρρώστια, ο πόνος, η ασχήμια του κόσμου, γιατί ό,τι βλέπω είναι ψέμα και σε μία άλλη διάσταση τα πράγματα είναι αλλιώς;

Ότι πρέπει να μη με νοιάζει το σώμα μου γιατί αν πεθάνει η ενέργειά μου θα παραμείνει;

 

Έτσι, ακυρώνω την ίδια μου την εμπειρία και ναρκώνεται η ικανότητά μου να διαχειρίζομαι τα ούτως ή άλλως τρομερά υπαρξιακά μας δεδομένα και τα θέματα της συλλογικής μας πραγματικότητας.

Επιπλέον, αυτός ο φυσικός, διαπράττει, ανθρωπιστικά, βία, διότι, μου λέει να αμφισβητώ την υποκειμενική (φαινομενολογική) μου εμπειρία.

Το να μου πει «κοίτα, μην παίρνεις ως δεδομένο ότι ο κόσμος είναι όπως τον παρουσιάζουν οι αισθήσεις σου», είναι ένα πράγμα, κι είναι εντάξει, γιατί όντως, ο ανθρωπομορφισμός του προπερασμένου αιώνα έχει πλέον ξεπεραστεί.

Το να μου λέει όμως να θεωρώ ψέμα την υποκειμενική μου εμπειρία… είναι άλλο πράγμα και μάλιστα εγκληματικό!

Είναι σαν να λέμε σε έναν ψυχωσικό που βλέπει δράκους να πετούν «δεν υπάρχουν δράκοι, μη φοβάσαι» – μία αντιμετώπιση εντελώς παρωχημένη, βίαιη και λανθασμένη από πάνω μέχρι κάτω.

 

Άλλο να αμφισβητώ τα δεδομένα των αισθήσεών μου (κάτι παμπάλαιο και γνωστό) κι άλλο την ίδια μου την ύπαρξη και την φαινομενολογική βίωση του κόσμου.

Γιατί, φαινομενολογικά, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ψέμα, υπάρχει μόνο το υποκειμενικό βίωμα, κι αυτή είναι η βάση όλων των ανθρωπιστικών προσεγγίσεων, σήμερα.

Οποιαδήποτε αλλαγή ξεκινά από αυτό που ΗΔΗ είμαι, από αυτό που βιώνω, από την επεξεργασία του, κι ΟΧΙ από την άρνησή του εν ονόματι οποιασδήποτε μη βιωματικής «αλήθειας»!!!

Μία τέτοια χρήση των πορισμάτων της φυσικής, για μένα, είναι απαράδεκτη, ένα κακέκτυπο new age γκουρού που μετά τη δεκαετία του εξήντα γέμισαν τον κόσμο, πατώντας σε αφελή «παντρέματα» φυσικής και φιλοσοφίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

gr=Επιπτώσεις των social media στην ταυτότητά μας – Εθισμός και media-Μέρος 3

Το κάθε Μέρος της συνέντευξης (η οποία έγινε στα πλαίσια έρευνας της ψυχολόγου Μαγδαληνής Γκόγκου), είναι ΑΥΤΟΝΟΜΟ

gr=Περί ψυχοθεραπείας: [3] Για την ψυχοθεραπεία Gestalt

 

Συνέντευξη (ΜΕΡΟΣ 3ο) στο κανάλι «ΔΙΚΤΥΟ tv» των Σερρών,  με τη Μαρία Νάβαλη στην εκπομπή «2 ώρες μαζί», τον Δεκέμβριο του 2017, στα πλαίσια ομιλίας που διοργάνωσε το Κολέγιο DEI (Θεσσαλονίκη) και το ΚΕΔΗΣ

gr=Περί ψυχοθεραπείας: [2] «Σκιά» και μία ολιστική προσέγγιση της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας

Συνέντευξη (ΜΕΡΟΣ 2ο) στο κανάλι «ΔΙΚΤΥΟ tv» των Σερρών,  με τη Μαρία Νάβαλη στην εκπομπή «2 ώρες μαζί», τον Δεκέμβριο του 2017, στα πλαίσια ομιλίας που διοργάνωσε το Κολέγιο DEI (Θεσσαλονίκη) και το ΚΕΔΗΣ

 

gr=Περί ψυχοθεραπείας: [1] Τι είναι ψυχοθεραπεία

Συνέντευξη (ΜΕΡΟΣ 1ο) στο κανάλι «ΔΙΚΤΥΟ tv» των Σερρών,  με τη Μαρία Νάβαλη στην εκπομπή «2 ώρες μαζί», τον Δεκέμβριο του 2017, στα πλαίσια ομιλίας που διοργάνωσε το Κολέγιο DEI (Θεσσαλονίκη) και το ΚΕΔΗΣ

 

vid=all languages=The «music» in the verses of a Pushkin’s poem

ENGLISH (για Ελληνικά βλ. παρακάτω):

The “music” in the verses of a Pushkin’s poem

A recorded Alexandre Pushkin’s poem with  images. This video was used in a presentation on (a) Pushkin’s works, and (b) the idea that the inherent «music» in the verses of a poem in its original language, can never be maintained in any translation of the poem.

The video was played to people who mostly did NOT understand Russian, inviting them to concentrate on the sound of the verses in an unknown for them language. 

The core of this concept is that the poet invests his verses with meaning directly «into» the framework of the words of his language.

This happens already from the primary phase in which the poet has only a very vague sense of what she is going to compose.

And since poetry does not care for the logical connections that are necessary in any narrative, the words making up the verses carry the emotional charge and the pulse of the poet’s deepest inner universe.

This primordial connection of the words (that are produced on the level of our highest mental functions) with the direct emotions (that exist on the primary non conscious layers of our existence), is one of the most fundamental features of poetry.

This connection is what transforms a text into a “poem” and is directly sensed only in the original language of any poem.

And when a poem is translated, this connection is inevitably almost completely lost.

So, this video is left WITHOUT any translation and subtitles. Let us enjoy listening to it as a chance to get on the level of our basic emotions, beyond our usual mental concern on “what is the meaning of the poem”. Let us enjoy listening to it by kepping inactive our mental part (at least those of us who do not understand Russian), getting in an emotional contact with the primary music of the verses of a poem by this miraculous poet, named Alexandre Pushkin.

______________

The web page from which i downloaded the recording is:    

https://audioknigi.club/pushkin-aleksandr-stihiakt

and the images used are free downloadable material from the internet.

______________________________

Η μουσική των στίχων πέρα από το νόημα των λέξεων σε ένα ποίημα του Πούσκιν

Στο βίντεο αυτό υπάρχει ηχογραφημένο από Ρώσο ηθοποιό και ΜΟΝΟ στα Ρώσικα ένα ποίημα του «Μότσαρτ» της Ρώσικης ποίησης, Αλεξάντρ Πούσκιν.

Με αφορμή την τελευταία φετινή παρουσίαση στο ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 5, με θέμα τον «ήχο» της ποίησης του Πούσκιν, σκέφτηκα τα παρακάτω, για να φτιάξω αυτό το βίντεο – εμπνευσμένος επίσης από τις υπέροχες, μονάκριβες συναντήσεις στο 5, της ομάδας “Στα μυστικά μονοπάτια της ποίησης”.

Ο ποιητής γεννά τα νοήματα των στίχων του, απευθείας μέσα στο πλαίσιο και το σχήμα των λέξεων της γλώσσας του. Αυτό συμβαίνει ήδη από το πρωταρχικό στάδιο, στο οποίο, ό,τι θέλει να πει, είναι μία αδιαμόρφωτη ακόμη αίσθηση.

Κι επειδή η ποίηση δεν νοιάζεται για τη λογική της αφήγησης, οι λέξεις των στίχων φέρουν εντονότατη τη συγκινησιακή φόρτιση και τον παλμό εκείνου του αχανούς «εν τω βάθει» κόσμου του ποιητή.

Αυτή η πρωταρχική σχέση λέξεων (που είναι προϊόν ανώτερων νοητικών λειτουργιών) και άμεσης συγκίνησης (που ανήκει στα πρωτογενή και μη νοητικά – συνειδητά στρώματα της ύπαρξής μας), είναι κατ’ εμέ το κύριο γνώρισμα της ποίησης.

Είναι αυτό που κάνει ένα κείμενο «ποίημα» και αμεσότατα φανερή μόνο στην αρχική γλώσσα στην οποία γράφτηκε το ποίημα.

Στις  μεταφράσεις του, αυτή η σχέση χάνεται αναπόφευκτα σε τεράστιο βαθμό.

Έτσι, άφησα αυτό το βίντεο ΧΩΡΙΣ υπότιτλους και ΧΩΡΙΣ

μετάφραση.

Ώστε να κινηθεί στον χώρο των αισθημάτων, πέρα από το σύνηθες “τι θέλει να πει ο ποιητής”.

Ώστε να μείνει ήσυχος ο νους, και να απολαύσουμε (όσοι δεν ξέρουμε Ρώσικα) μόνο την πρωτογενή μουσική των στίχων ενός ποιήματος του παιδιού-θαύμα της Ρώσικης ποίησης.

Ή έστω, για να δούμε αν στην φρικώδη καταναλωτική ατμόσφαιρα των καιρών, μας έμεινε ακόμη στοιχειωδώς η ικανότητα να συνδεόμαστε με τα αισθήματα χωρίς να τα τετραγωνίζουμε με το νου και τη λογική μας και χωρίς να υπολογίζουμε πόσο κάνουν και “σε τι θα μας φανούν χρήσιμα”…

_________________

event= https://www.facebook.com/events/403661873447539/

Τρίτη, 12 Ιουνίου, ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 5, /ώρα 20.00, ελεύθερη είσοδος, Σκρα 12 – Θεσσαλονίκη

________________

Η ιστοσελίδα από την οποία πήρα την ηχογράφηση είναι

https://audioknigi.club/pushkin-aleksandr-stihiakt

ενώ οι εικόνες είναι ελεύθερα διαθέσιμο στο διαδίκτυο οπτικό υλικό

 

vid=gr=Ζούμε τυλιγμένοι στο Βλέμμα των Άλλων..

Απόσπασμα από την ομιλία μου «Ποιος είσαι; Τι είσαι; – Αυταπάτες ερώτων και μοναξιάς», στις 23 Μαϊου 2018, στο Κολέγιο DEI.

 

vid=gr=Περί μοναξιάς και μοναδικότητας

Ένα βίντεο για το πώς σχετίζεται η μοναδικότητά μας, λόγω φυσικής και ψυχολογικής κατασκευής μας, με το δεδομένο της υπαρξιακής μας μοναξιάς – ένα δεδομένο που ενίοτε μας φέρνει σε απόγνωση, με αποτέλεσμα να ορμούμε λυσσαλέα στον Άλλον, στον όποιον Άλλον, για να μας «σώσει»….

Η μουσική είναι από παλαιότερή μου σύνθεση

________

Με αφορμή την ομιλία μου, την Τετάρτη 23 Μαϊου, 19.00, στο αμφιθέατρο του Κολεγίου DEI (Εθν Αμύνης 9, Θεσ/νίκη):

«ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ; ΤΙ ΕΙΣΑΙ; – ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΕΡΩΤΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

event= https://www.facebook.com/events/369487736871663/

 

Περιμένοντας μάταια τον Άλλον – «σωτήρα» [1]

Όταν νιώθουμε ξεχαρβαλωμένοι, με το στόμα ορθάνοιχτο και περιμένουμε ακίνητοι να μας «σώσει» ελεώντας μας ο τέλειος, ιδανικός Άλλος, ο καιρός περνά κι εμείς σκουριάζουμε ακόμη περισσότερο…

Είμαι μόνος από «λάθος» ή από ατυχία; Και τι άλλο μπορώ να είμαι αν δεν είμαι μόνος; Κι εσύ; Πού κρύβεσαι για να με γλιτώσεις; Μήπως δεν μπορείς ή δεν γίνεται να με γλιτώσεις; Κι αν κάνεις ό,τι ακριβώς χρειάζομαι; Μήπως σωθώ;…

 

Ιδέες κειμένων για αναρτήσεις σχετικές με την ομιλία μου

«Ποιος είσαι; Τι είσαι; Αυταπάτες ερώτων και μοναξιάς» – Τετάρτη 23 Μαϊου, 19.00 αμφιθέατρο Κολεγίου DEI, Εθν. Αμύνης 9, Θεσ/νίκη

το event στο fb ήταν = https://www.facebook.com/events/369487736871663/

Η σύνθλιψη των σταγόνων – Χούλιο Κορτάσαρ

Εγώ δεν ξέρω, κοίτα, είναι τρομερό το πώς βρέχει.

Βρέχει όλη την ώρα, έξω πυκνά και γκρίζα, εδώ κόντρα στο μπαλκόνι με σταλαγματιές πηχτές και σκληρές, που κάνουν πλαφ και συνθλίβονται σαν γροθιές μιά μετά την άλλη, τί αηδία.

Τώρα εμφανίζεται μια σταγονίτσα στο πάνω μέρος στο περβάζι του παραθύρου, μένει τρεμάμενη απέναντι στον ουρανό που την κομματιάζει σε χίλιες σβησμένες λάμψεις, μεγαλώνει και ταλαντεύεται, τώρα θα πέσει και δεν πέφτει, ακόμα δεν πέφτει. Είναι κολλημένη με όλα της τα νύχια, δεν θέλει να πέσει και φαίνεται πως γατζώνεται με τα δόντια, ενώ της μεγαλώνει η κοιλιά, πια είναι μια σταγονάρα που κρέμεται μεγαλοπρεπής, και ξαφνικά, ωπ, να την, πλαφ, διαλύεται, τίποτα, ένας λεκές στο μάρμαρο.

Μα υπάρχουν κι αυτές που αυτοκτονούν που παραδίνονται αμέσως, εμφανίζονται στο περβάζι και την ίδια στιγμή πέφτουν, μου φαίνεται ότι βλέπω το τρέμισμα του άλματος, τα ποδαράκια τους ν’ απλώνονται και την κραυγή που τις μεθάει σ’ αυτό το τίποτα της πτώσης και της εξαφάνισης. Θλιβερές σταγόνες, στρογγυλές αθώες σταγόνες.

Αντίο σταγόνες. Αντίο.

 

Δημοσιεύτηκε στο Αντικλείδι

https://antikleidi.com/2018/05/21/antio-stagones/

Από την ποιητική συλλογή : «Η σύνθλιψη των σταγόνων»

Εκδότης: Bibliotheque

ISBN: 9786188138285

Η πολυτιμότητα και η αναγκαιότητα της προδοσίας του Άλλου

Σημείωση = 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το ΒΙΒΛΙΟ μου “Ο χορός των θαυμάτων: τα μεγάλα ταξίδια στα μικρά βήματα”
εκδόσεις ΡΩΜΗ, Μάιος 2017

Επίσης, είναι Σημείωση (Note) στο fb με αφορμή την ΟΜΙΛΙΑ μου στο Κολέγιο DEI, την Τετάρτη 23 Μαϊου 2018, ώρα 19.00 (Εθνικής Αμύνης 9, Θεσσαλονίκη): «ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ; ΤΙ ΕΙΣΑΙ; – ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΕΡΩΤΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑΣ».  
event= https://www.facebook.com/events/369487736871663/

__________________________

 

Ο κάθε Άλλος άνθρωπος, ακριβώς λόγω της ετερότητάς του, συχνά βιώνεται ως προδότης: πάντοτε μας ξεφεύγει, έρχεται και φεύγει, απαιτεί να εισπράξει από εμάς την εκπλήρωση των επιθυμιών του ή αρνείται να εκπληρώσει τις δικές μας, χωρίς να κατανοούμε ακριβώς (ή και καθόλου) γιατί ή πώς τα κάνει όλα αυτά, γιατί αυθαίρετα μας εγκαταλείπει ή μας δωρίζει την παρουσία του.

Βέβαια, αυτή η προδοσία είναι πανάρχαια, έχει αρχίσει ήδη να συντελείται προτού καν αντιληφθούμε ότι υπάρχουμε. Ο πρώτος Άλλος, η μάνα (με την έννοια αυτού που μας φροντίζει ως βρέφη), έχει πολλαπλές επιδράσεις επάνω μας – επιδράσεις που δεν ελέγχουμε στο ελάχιστο ούτε ερωτηθήκαμε αν τις θέλουμε.

Καταρχάς, μας χαρίζει μέσα από τα μάτια της που μας κοιτούν καθώς σκύβει επάνω μας, τις πρώτες εικόνες ενός ολόκληρου κόσμου, όμως μεταμορφωμένου μέσα στο δικό της βλέμμα· επίσης, μάς επιστρέφει τις πρώτες αντανακλάσεις της ύπαρξής μας· ταυτοχρόνως, εμφυτεύει μέσα μας τις κάθε είδους και απόχρωσης προσδοκίες της και μάς τοποθετεί στην προκατασκευασμένη φάτνη που έχει ήδη ετοιμάσει για μάς, επειδή ήδη μάς φαντάστηκε προτού γεννηθούμε· κι ακόμη, μόνο και μόνο που γίνεται καθρέφτης μας, επιβεβαιώνει πως μάς έχει πια εκβράσει, πως μάς έχει ωθήσει ανεπιστρεπτί σε μία διαρκή διαδικασία εξατομίκευσης.

Εκ των πραγμάτων λοιπόν, η σχέση μας με τον πρώτο Άλλον, είναι η βίωση μιας πολλαπλής προδοσίας, λες και μόνο το γεγονός της γέννησής μας αποτελεί παράβαση, που άτυπα μάς καταλογίζεται και μάς τοποθετεί σε έναν προϋπάρχοντα διάδρομο ζωής.

Έτσι, τα βασικά στοιχεία της αρχέγονης και πολυεπίπεδης προδοσίας του πρώτου Άλλου, φαίνεται να επαναλαμβάνονται υπόγεια, σαν το σενάριο ενός επαναλαμβανόμενου έργου, όπου πρωταγωνιστούμε, με συμπρωταγωνιστές μας τα πρόσωπα όλων των υπόλοιπων Άλλων που συναντούμε μετά τη βρεφική ηλικία· το σενάριο αυτό επαναλαμβάνεται, επειδή οι Άλλοι, λόγω της υπαρξιακής μοναξιάς του είδους μας, δεν καταφέρνουν να επαναφέρουν την αίσθηση της απόλυτης ένωσης της προγεννητικής ζωής μας και να αναστρέψουν, να εξιλεώσουν, να καταργήσουν την αρχαία προδοσία της γέννησής μας.

Ωστόσο αν και αυτή η πρωτογενής και διαρκής προδοσία του Άλλου φαντάζει ως αιώνια καταδίκη, ας δούμε μία βαθύτερη διάστασή της.

Η λέξη προδίδω, σημαίνει αθέτηση ηθικών υποχρεώσεων, υποσχέσεων, εγκατάλειψη αρχών, ιδεών για ιδιοτελείς σκοπούς. Με αφετηρία αυτή τη σημασία, μπορούμε να σκεφτούμε πολλά. Η προδοσία του Άλλου, μοιραία, έχει ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση από τον Άλλον· μάς στρέφει προς τον Εαυτό μας, μάς αναγκάζει να δούμε τι και πώς το κάνουμε όταν τείνουμε προς τον Άλλον.

Παράλληλα, αποκτώντας αυτήν την επίγνωση, είναι σαν να προδίδουμε και ό,τι ήμασταν μέχρι τώρα εμείς οι ίδιοι· δηλαδή, χάριν του “τώρα” (χάριν της ιδιοτέλειας του παρόντος χρόνου μας), εγκαταλείπουμε το δικό μας “πριν”, αφήνουμε τις ψευδαισθήσεις, τους αντικατοπτρισμούς και ό,τι πιστεύαμε για εμάς, τον Άλλον και για μία ιδανική σχέση. Κατά έναν τρόπο, η αδυναμία της απόλυτης ένωσης (η οποία θα σήμαινε κατάργηση των διαφορών και της εξατομίκευσης) μάς ωθεί σε μία νέα κατάσταση ύπαρξης: βιώνοντας το θάνατο μέσω της προδοσίας του Άλλου, προδίδουμε κι εμείς ό,τι ήμασταν για να ξανα-γεννηθούμε σε ένα άλλο επίπεδο.

 

Αντιλαμβάνομαι αυτήν την κίνηση σαν να ταξιδεύουμε διαρκώς ανάμεσα σε δύο πόλους: την ένωση και την εξατομίκευση και, σε κάθε διαδρομή, να προχωρούμε βαθύτερα, ώστε το οδοιπορικό μας στη ζωή, σε σχέση με τον Άλλον, να γίνεται σαν μία αενάως εξελισσόμενη σπείρα.

Κάθε φορά, σε κάθε έλικα της σπείρας, αν βέβαια το επιτρέπουμε, μαθαίνουμε πολλά μέσω των όσων βιώνουμε· μαθαίνουμε πώς να λαχταρούμε τον Άλλον όλο και περισσότερο, διδασκόμαστε πώς να τον κατανοούμε σε όλο και περισσότερα επίπεδα, να ξεχωρίζουμε όλο και περισσότερες λεπτομέρειες στο υφαντό της ύπαρξής του.

Επίσης, κάθε φορά, ξανα-γεννιόμαστε και βαθαίνουμε τη σχέση με τον Εαυτό μας· ταυτόχρονα, αναπτύσσουμε τις σχεσιακές μας δεξιότητες, βαθαίνουμε τη σχέση μας με τον Άλλον και του επιτρέπουμε όλο και περισσότερο να υπάρχει, τόσο μέσα στην ετερότητά του όσο και μαζί μας.

Και κάποια στιγμή, ίσως φτάνουμε στο σημείο να νιώσουμε ότι η σχέση με τον Άλλον δεν βρίσκεται ούτε στην ένωση ούτε στην εξατομίκευση, αλλά στο διαρκές “ταξίδι – σπείρα” ανάμεσά τους· ότι ζωή δεν είναι η ψευδαίσθηση αιωνιότητας στην αγκαλιά του Άλλου και θάνατος δεν είναι η απελπισία της ερημιάς μας, διωγμένοι από τον Άλλον, αλλά ο συγκερασμός των δύο κορυφαίων αυτών εμπειριών· ότι η συνάντηση με τον Άλλον δεν είναι προορισμός και τέλος ενός οδοιπορικού, σχεδιασμένου για να ανακαλύψει τον Άλλον, αλλά σταθμός ενός πολύ ευρύτερου οδοιπορικού, με συνταξιδιώτη τον Άλλον.

Ωστόσο, σημειώνω ότι αυτή η συνεχής σπειροειδής κίνηση ανάμεσα στην ένωση και την εξατομίκευση, δεν σημαίνει αναγκαία διαρκείς χωρισμούς και διαρκή εξεύρεση διαφορετικών προσώπων. Αυτή η κίνηση, φυσιολογικά, δεν σταματά, ακόμα και στα πλαίσια μιας σχέσης που συνεχίζεται· απλώς, η κάθε φάση ένωσης – εξατομίκευσης, σηματοδοτεί και ένα νέο κεφάλαιο της σχέσης.

Τέλος, η μάνα που μας ωθεί στην εξατομίκευση γεννώντας μας, δεν το κάνει “επίτηδες”. Η γέννησή μας είναι φυσική συνέπεια μεταβολής, αλλαγής· αν μείνουμε περισσότερο εντός της μήτρας θα πεθάνουμε και εμείς και η ίδια – δηλαδή “πρέπει” να γεννηθούμε.

Από αυτήν την άποψη, η ανάπτυξή μας γίνεται μία σπειροειδής κίνηση που περνά διαρκώς από την προσδοκία για απόλυτη ένωση και τη διάψευσή της μέσω της διαρκούς εξατομίκευσης· όσο διαφοροποιούμαστε, η ανομολόγητη ελπίδα για αιώνια ζωή μέσω της επιστροφής στην άχρονη μήτρα, γεννά αλλεπάλληλους θανάτους – επιστροφές σε πεπερασμένη ζωή.

Με αυτόν τον τρόπο, εξοικειωνόμαστε με την ιδέα της αδυναμίας μας να πετύχουμε εν γένει το ανέφικτο· ταυτόχρονα, παραιτούμενοι από την επιδίωξη της αθανασίας, ζούμε το παρόν μας. Επίσης, αυτή η διαρκώς εξελισσόμενη επανεγγραφή της βασικής δυναμικής του σεναρίου “ένωση – εξατομίκευση”, ίσως αντιστοιχεί στη γνωριμία με την ολότητά μας, αφού όσο αβάσταχτη είναι η επιθυμία της ένωσης και η ανάγκη της συνάντησης με τον Άλλον, εξίσου αβάσταχτη είναι η ανάγκη μας για διαφοροποίηση.

Φαίνεται ότι, τελικά, κριτήριο μιας “καλής” σχέσης μας με τον Άλλον, δεν είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εγγύτητα, ούτε η οχύρωση μέσα σε πανοπλίες, αλλά ο χορός που περιλαμβάνει κίνηση προσέγγισης προς τον Άλλον και απομάκρυνσης από τον Άλλον.

 

Ο Άλλος λοιπόν, τόσο προστατευμένος και ανέφικτος μέσα στο άβατον της ετερότητάς του όσο και ενδεδυμένος την ανάγκη μας να τον συναντήσουμε, κατοικεί διαρκώς, βαθιά μέσα μας· καθίσταται προϋπόθεση ύπαρξης και ταυτοχρόνως, πάντοτε μας διαφεύγει – με την έννοια του ότι εκ κατασκευής δεν μπορούμε να τον αλώνουμε, να τον εμπεριέχουμε.

Ο Άλλος επιμένει να είναι πάντα κάτι “άλλο” από εμάς, το οποίο δεν είχαμε (και δεν θα μπορούσαμε να έχουμε) ποτέ, με την έννοια της αφομοίωσης – άρα και δεν μπορούμε ποτέ να χάσουμε κυριολεκτικά (Θεοδώρου, 2016δ)· μάλιστα, ίσως κάθε βιαιότητα προς τον Άλλον, εκτός όλων των άλλων αιτιών, να ενέχει και ψήγματα κάποιου είδους υπαρξιακής οργής μας για την ετερότητά του· για το ότι επιμένει να μας διαφεύγει όπως το νερό από τα δάχτυλά μας, ιδιαίτερα όσο επιμένουμε να τον κατακτήσουμε καταλαβαίνοντάς τον με το νου μας, αντί να παραδινόμαστε διαισθητικά στην ούτως ή άλλως υφιστάμενη σύνδεσή μας μαζί του.

Θα έλεγα ότι: αγαπητός, μισητός ή αδιάφορος, απτός ή μνήμη που κατοικεί στον εγκέφαλο και εγχάραξε το σώμα, προσιτός ή απρόσιτος ή απλώς ως δυνατότητα συνάντησης, ο Άλλος είναι πάντα “εκεί”, αλλά παραμένει χωρίς σαφές σχήμα και περίγραμμα, περίλαμπρος, μεγαλοπρεπής, αστραφτερός, ιδιότυπα παρών εν τη απουσία του…

 

 

Η ανθρώπινη ύπαρξη στη χρονική γραμμή του ρέοντος παρόντος και το “τώρα” του Paul Goodman

Σημείωση:

Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο μου

«Ο χορός των θαυμάτων:  τα μεγάλα ταξίδια στα μικρά βήματα» [Θεσσαλονίκη 2017, εκδόσεις ΡΩΜΗ]

ένα οδοιπορικό στην ύπαρξη και τη στιγμή, στο μυστήριο της ανθρώπινης εμπειρίας και της προσωπικής πραγματικότητας, στον καθρέφτη και τις σκιές των ματιών του Άλλου 

___________________

Επιλέχτηκε από τον Γιώργο Γιώτη και δημοσιεύτηκε στο Αντικλείδι, http://antikleidi.com
στις 15 Μαϊου 2018 με φωτογραφίες που πρόσθεσε το Αντικλείδι (μια από αυτές χρησιμοποιώ κι εδώ)

___________________

Η ελάχιστη χρονική μονάδα της ανθρώπινης εμπειρίας δεν είναι περισσότερο από 1.5 – 2 δευτερόλεπτα (γεγονότα μικρότερης διάρκειας δεν καταγράφονται ως συνειδητό βίωμα)  χρονικό εύρος των λίγων δευτερολέπτων που διαρκεί η μονάδα της ανθρώπινης εμπειρίας.

Αυτό το ελάχιστο βιωματικό μας “τώρα” είναι ικανό να συνδέει ό,τι προηγήθηκε με ό,τι έπεται ως μία συνεχή μετάβαση και όχι ως ένα άθροισμα ανεξάρτητων χρονικών σημείων· πρόκειται για ένα συνεχές, το οποίο περιλαμβάνει ταυτόχρονα το τέλος αυτού που μόλις έγινε και την αρχή αυτού που άμεσα πρόκειται να γίνει.

 

Ο Paul Goodman (1911-1972), ένας από τους πρωτεργάτες της θεωρίας της θεραπείας Gestalt, έδωσε έναν κατά τη γνώμη μου θαυμάσιο και ποιητικότατο ορισμό αυτού του ρέοντος παρόντος, σε συνάρτηση με τη ρέουσα στο χρόνο υπόστασή μας.
Σε ελεύθερη απόδοση από το κλασικό κείμενο των Perls, Hefferline & Goodman  (1951), ο ορισμός αυτός είναι ο εξής:

το παρόν είναι η βίωση της συγκεκριμένης υπόστασης που μόλις έγινα, καθώς (α) η υπόσταση αυτή διαχέεται σε πολλές νοηματοδοτημένες δυνατότητες και, καθώς (β) αυτές οι δυνατότητες αναμορφώνονται προς την κατεύθυνση μιας νέας, μοναδικής και συγκεκριμένης υπόστασης.

 

Προσωπικά, πιστεύω ότι η σκέψη του Goodman αποτελεί με έναν εκπληκτικό τρόπο μία ακόμη από τις πάμπολλες γέφυρες που συνδέουν την υπαρξιακή φαινομενολογία με τον κβαντικό κόσμο.
Δεν γνωρίζω βέβαια καθόλου αν και πώς ο Goodman σχετιζόταν με την κβαντική φυσική ή τι ακριβώς είχε στο νου του, απλά ήμουν εγώ που θέλησα να διαβάσω έτσι τις λέξεις του.
Λέει λοιπόν ο Goodman, όπως εγώ το καταλαβαίνω, ότι στην κάθε στιγμή μας, συναρθρώνουμε τις εξής καταστάσεις:

(α) Την ξεχωριστή υπόσταση που μόλις, αυτήν τη στιγμή αποκτώ, ως αποτέλεσμα όλων των προηγούμενων “τώρα” – σ’ αυτό το συγκεκριμένο “τώρα”, για παράδειγμα, μόλις κατακλύστηκα από την επιθυμία μου να σου μιλήσω.

(β) Τη διάχυση αυτής της υπόστασης σε πολλές νοηματοδοτημένες δυνατότητες: τη στιγμή αυτή, μπροστά μου, συνυπάρχουν ταυτόχρονα, σε ένα ενιαίο φάσμα, πολλές δυνατότητες κατεύθυνσης και δράσης, με διαφορετικό νόημα η κάθε μια.
Μπορώ να σου μιλήσω, να σωπάσω, να υπονοήσω αυτό που θέλω να σου πω, να σε κοιτάξω στα μάτια και να μην πω τίποτα, να κοιτάζω αμήχανα γύρω-γύρω, να σου πω κάτι άσχετο, να σε φιλήσω.
Αντίστοιχα, κβαντικά, ένα φωτόνιο, προτού καταγραφεί σε μία θέση στην οθόνη κάποιας μετρητικής συσκευής, συμπεριφέρεται ως κύμα: έχει κάποιες πιθανότητες να εμφανιστεί σε αυτήν ή την άλλη περιοχή της οθόνης καταγραφής· δηλαδή, ενέχει πολλές δυνατότητες σχέσης με τη συσκευή, οι οποίες περιγράφονται από την κυματική του συμπεριφορά.
Σε αναλογία, λίγο πριν σε συναντήσω, συνυπήρχαν δυνητικά όλες οι πιθανότητες να κάνω οτιδήποτε από τα παραπάνω – και πολλά άλλα.

(γ) Τον ανασχηματισμό της υπόστασής μου προς την κατεύθυνση μιας νέας, μοναδικής και συγκεκριμένης υπόστασης που αποκτώ μέσω μιας επιλεγμένης από εμένα δυνατότητας στο εκάστοτε ορισμένο παρόν μου: τελικά σου χαμογελώ και πιάνω το ποτήρι μου.
Κβαντικά, όταν μια σχέση γίνει ενεργή, το κάθε ένα από τα μέρη της γίνεται κάτι ορισμένο ως προς το άλλο, ενώ αμέσως καταρρέει το φάσμα των πιθανών μέχρι τη στιγμή αυτή εκδοχών εξέλιξης της σχέσης.
Ταυτόχρονα, για τις επόμενες στιγμές, ξεδιπλώνεται πάλι, μπροστά στο κάθε μέρος της σχέσης, μία νέα πλούσια παλέτα δυνατοτήτων κοκ.

Με άλλα λόγια, σε μια στιγμή: υπάρχω βιώνοντας αυτό που είμαι τη συγκεκριμένη στιγμή, ενώ ταυτόχρονα νιώθω ότι μπορώ να γίνω πολλά πράγματα (τα οποία συνυπάρχουν όλα μέσα μου, ως ένα κύμα δυνατοτήτων και πιθανών εξελίξεων της στιγμής αυτής).

Καθώς επιλέγω και γίνομαι ένα από αυτά, αφήνω πίσω μου το πλέγμα όλων των άλλων δυνατοτήτων για αυτή τη στιγμή και αποκτώ μία συγκεκριμένη υπόσταση στην πραγματικότητα μιας σχέσης μου με τον κόσμο εκείνη τη στιγμή.

Δηλαδή, γίνομαι κάτι ορισμένο ως προς εσένα στο παραπάνω παράδειγμα), σε αναλογία με το φωτόνιο-κύμα το οποίο εμφανίζεται ως σωματίδιο, μόλις καταγραφεί σε μία συγκεκριμένη θέση κάποιας οθόνης ή διαπεράσει την ίριδα κάποιων ματιών.

Παράλληλα, ανοίγω μπροστά μου μια άλλη βεντάλια δυνατοτήτων, για την επόμενη στιγμή, όπου σχηματίζω με τον ίδιο τρόπο την επόμενη εμπειρία μου.

 

Και μετά ξανά και ξανά το ίδιο και έτσι, ως ύπαρξη, γράφω βήμα προς βήμα ένα συγκεκριμένο συνεχές μονοπάτι γεγονότων, γράφω βήμα προς βήμα μια ορισμένη διαδρομή εξελίξεων και ασταμάτητων ανακαλύψεων: τη μοναδική ζωή μου.

 

 

Ο άλλος και ο Άλλος και το Βλέμμα

Σημείωση =

Τα παρακάτω είναι απόσπασμα του βιβλίου μου “Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ: ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΑ ΜΙΚΡΑ ΒΗΜΑΤΑ” (Ρώμη, 2017).

Επίσης ήταν μία ανάρτηση που έκανα στις 14 Μαϊου 2018 στο fb με αφορμή ομιλία μου στο Κολέγιο DEI, στις 23 Μαϊου με τίτλο «ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ; ΤΙ ΕΙΣΑΙ; – ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΕΡΩΤΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑΣ».  

Τέλος, η ανάρτησή μου αναδημοσιεύτηκε από το ANTIKLEIDI.COM στις 26 Μαϊου:
http://antikleidi.com/2018/05/26/allos-2/#more-117944

Επειδή το απόσπασμα είναι προσαρμοσμένο στο πλαίσιο μιας ανάρτησης, ΔΕΝ παραθέτω εδώ βιβλιογραφία και άλλα στοιχεία, τα οποία, εννοείται πως υπάρχουν στο βιβλίο μου.

Οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για βιβλιογραφική ενημέρωση, παρακαλώ ας επικοινωνήσει μαζί μου. 

__________________

 

Μεταξύ “όλων όσων υπάρχουν”, γνωρίζουμε ότι υπάρχουν και άλλα ανθρώπινα όντα, τα οποία συγκατοικούν μαζί μας στην ίδια φυσική πραγματικότητα, βιώνοντας, το καθένα με τον δικό του τρόπο, έναν κόσμο που μοιραζόμαστε και που μάς ανήκει εξίσου.

Οπότε, ένα οποιοδήποτε “άλλο” ον, ο Άλλος, είναι ένα ακόμα υποκείμενο που κάνει ακριβώς ό,τι κάνουμε κι εμείς, αλλά με διαφορετικό αποτέλεσμα· δηλαδή, όλοι μοιραζόμαστε τον ίδιο κόσμο, τον οποίο “αποκτά” ο καθένας μας μέσω των αισθήσεών του, από τη δική του υποκειμενική θέση θέασης.

 

Ο ψυχαναλυτής Jacques Lacan διαχωρίζει τον “άλλον” από τον “Άλλον”.

Ο “άλλος” υφίσταται για τον καθένα μας (α) ως ένα “αντίγραφο”, μια εκδοχή της δικής μας εικόνας γι’ αυτό που ονομάζουμε “άνθρωπος” και ταυτόχρονα (β) ως ένα ον το οποίο συνθέτουμε με τη φαντασία μας και στο οποίο προσδίδουμε τις ιδιότητες που εμείς υποθέτουμε ότι το χαρακτηρίζουν.

Αντίθετα, ο “Άλλος” συνιστά μία οντότητα, η οποία είναι εντελώς διαφορετική από τον καθένα μας ως υποκείμενο και υπερβαίνει εντελώς το ψευδαισθητικό και φανταστικό ιδιωτικό μας μικροσύμπαν. 

Ως εκ τούτου, ο Άλλος παραμένει εντελώς ασύλληπτος από τη φαντασία μας και πέρα από κάθε “προβολή” μας.

 

Επίσης, ο Άλλος είναι τόσο μοναδικός, όσο ακριβώς είμαστε κι εμείς – κάτι που σημαίνει ότι είναι αδύνατον να τον κατανοήσουμε ως αυτόνομη οντότητα με βάση μόνο γενικά κοινά μας χαρακτηριστικά. Ο Philip Brownell σημειώνει ότι η λέξη αυτή:

(α) Από τη μία πλευρά παραπέμπει σε ένα άλλο πρόσωπο με το οποίο έχουμε κοινά γνωρίσματα ως άνθρωποι (ένα “άλλο” ανθρώπινο ον ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ, έναν “άλλον” του ίδιου είδους – έναν “αλλότριο,” με τον οποίο αναπτύσσεται η αίσθηση της “αλλοτριότητας”).

(β) Από την άλλη πλευρά, παραπέμπει επίσης σε κάποιο πρόσωπο το οποίο είναι πολύ παράξενο και τόσο διαφορετικό, ώστε να γίνεται ακατανόητο (ένα άλλο πρόσωπο ως ΠΟΙΟΤΗΤΑ πλέον – έναν “έτερο”, με τον οποίο αναπτύσσεται η αίσθηση της “ετερότητας”, λες και ανήκει σε άλλο είδος).

Σύμφωνα με τον Brownell, ο “άλλος”, λόγω του ότι διαθέτει κάποια κοινά γνωρίσματα με τα δικά μας, είναι μία οντότητα την οποία κάνουμε ό,τι θέλουμε: μπορούμε να κατασκευάσουμε θεωρίες γι’ αυτήν την οντότητα, να κάνουμε υποθέσεις και να δημιουργήσουμε εικόνες, οι οποίες βασίζονται στην “πρώτη ύλη” της δικής μας ζωής. Αντίθετα, η προσέγγιση του “έτερου” προϋποθέτει την αποδοχή του ότι ένα οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είναι ένας ολόκληρος “έτερος”, συγκεκριμένος και εντελώς απρόσιτος σε εμάς κόσμος.

Ο Άλλος, ο “έτερος”, ακριβώς λόγω της ετερότητάς του, πολύ συχνά μας ξαφνιάζει όταν μάς φανερώνει το πώς εκλαμβάνει τις εκδηλώσεις μας, όταν κάνουμε κάτι μαζί· αυτό που σου λέω μπορεί να “ηχεί” για σένα ως κάτι ακατανόητο και, για μένα, οι αποκρίσεις σου μπορεί να είναι δείγμα ότι αψηφάς τη δική μου πραγματικότητα – ή το αντίστροφο.

Ο “άλλος”, όταν σημειώνεται με κεφαλαίο Α, γίνεται “Άλλος”, δηλώνοντας περισσότερο τη διαφορά, την “ετερότητα”. Σημειώνοντας “Άλλος”, είναι ένας τρόπος να δηλώνουμε το ότι ποτέ δεν θα γνωρίσουμε ολοκληρωτικά και “αληθινά” τον “Άλλον”, ποτέ δεν θα τον οικειοποιηθούμε, όσο και αν τον μεταπλάθουμε ως “άλλον” μέσα στον κόσμο μας.

 

Τελικά δεν πορεύομαι μόνο εγώ επάνω στον πλανήτη γη. Γνωρίζω ότι υπάρχουν και οι Άλλοι, με τους οποίους μοιράζομαι την ίδια φυσική πραγματικότητα· κάθε πράξη μου, ακόμη και όταν μένω μόνος ή ακίνητος, πάντα συμβαίνει σε έναν κόσμο ο οποίος δεν μου ανήκει αποκλειστικά, στον οποίον πάντα ήδη εμπλέκονται οι Άλλοι, ακόμα και με την απουσία τους. Οπότε, οι καταστάσεις που ζω, κατά μία έννοια πάντοτε περιλαμβάνουν τον Άλλον, έστω ως ιδέα.

 

Όταν ένα αντικείμενο, το οποίο αντιλαμβάνομαι γίνεται επίσης αντιληπτό από κάποιο άλλο πρόσωπο, τότε η σχέση μου με αυτό το αντικείμενο αλλάζει, με αποτέλεσμα να το βλέπω να υπάρχει σε μία φυσική πραγματικότητα, ανεξάρτητα από τη σχέση μου μαζί του. Αν δεν ήξερα ότι είναι άμεσα ή δυνητικά διαθέσιμο και στην εμπειρία Άλλων, θα ήταν σαν να μην ήταν “πραγματικό”, σαν να μην υπήρχε έξω από εμένα. Όταν κοιτάζω το δεξί μου πόδι, το βλέπω ως κάτι “εξωτερικό”, γιατί γνωρίζω ότι μπορούν να το δουν και οι Άλλοι – και είναι αυτός ο λόγος που βλέπω το πόδι μου να αποκτά υλική υπόσταση, ως κάτι υπαρκτό. Αλλιώς, θα ήταν σαν να ήμουν διαρκώς αδιαχώριστος από τον φυσικό κόσμο γύρω μου.

Παράλληλα, νιώθοντας τα μάτια του Άλλου επάνω μου, γνωρίζω ότι κάνει και αυτός ό,τι κάνω εγώ όταν συλλαμβάνω με τις αισθήσεις μου κάποιο συστατικό του κόσμου – άρα, γνωρίζω ότι κι εγώ γίνομαι για τον Άλλον ένα συστατικό του κόσμου. Σύμφωνα με τον Jean-Paul Sartre, είναι σαν να είμαι ένας ηδονοβλεψίας, γονατιστός μπροστά σε μία κλειδαρότρυπα και να βλέπω κρυφά τι κάνει κάποιος μέσα σ’ ένα δωμάτιο· αν ξαφνικά ακούσω πίσω μου το πάτωμα να τρίζει, αμέσως νιώθω επάνω μου το βλέμμα κάποιου Άλλου (ακόμα και αν δεν υπάρχει κανένας ως φυσική παρουσία), ο οποίος με βλέπει χωρίς να το καταλαβαίνω, ακριβώς όπως συμβαίνει με εμένα και με τον άνθρωπο μέσα στο δωμάτιο.

 

Ουσιαστικά, “με” βιώνω μέσα στο Βλέμμα ενός Άλλου, ο οποίος επίσης βλέπει και νοηματοδοτεί τον κόσμο· έτσι, μοιραία, νιώθω να γίνομαι μέρος των νοημάτων και των προθέσεων ενός άλλου ανθρώπινου όντος, νιώθω να γίνομαι μέσα στο Βλέμμα του μέρος ενός αλλότριου κόσμου νοημάτων (ο οποίος διαφέρει από τον δικό μου)· γι’ αυτό και στον υπαρξισμό, το Βλέμμα έχει επίσης μία διάσταση περιορισμού της ελευθερίας.

Επιπλέον, το Βλέμμα ή η σκέψη του ότι “θα με δουν” ή με “βλέπουν”, πάντα προκαλεί μία, έστω και αδιόρατη, αίσθηση ντροπής – θα έλεγα ότι είναι σαν να με συλλαμβάνουν καθώς υπάρχω και να με προσαρτούν σε έναν άγνωστο κόσμο νοημάτων και προθέσεων… Αυτή η αίσθηση σχετίζεται άμεσα με τη σωματική μου υπόσταση, γιατί το Βλέμμα (πραγματικό ή φανταστικό), με συλλαμβάνει” στη φυσική μου διάσταση, “τυλίγει” το σώμα μου – γι’ αυτό και νιώθω εκτεθειμένος, σαν να μπήκε κάποιος στη φωλιά μου, σαν να άγγιξε το κέντρο μου, να διείσδυσε στα άδυτά μου. Άλλωστε, χαρακτηριστικοί είναι οι τίτλοι πολλών κινηματογραφικών ταινιών, στους οποίους υπονοείται ένας Άλλος ως κρυφός παρατηρητής, με διάφορες εκδοχές της έκφρασης “ξέρω τι έκανες”…

 

Από όλα τα παραπάνω, προκύπτει ότι οποιοδήποτε Βλέμμα επάνω μου μεταφέρει απροσδιόριστα μία αίσθηση προσδοκίας του Άλλου, ότι ο Άλλος κάτι θέλει από μένα, κάτι περιμένει, ότι θα με “εισαγάγει” ερήμην μου στον κόσμο του, ως “άλλον”· ή, έστω και πολύ πιο αόριστα, η απλή γνώση ότι γύρω μου υπάρχουν διάσπαρτα τα Βλέμματα των απροσδιόριστων Άλλων που υπάρχουν στον κόσμο και τον μοιράζονται μαζί μου, είναι αρκετή ως βάση για να δημιουργηθεί η αδιόρατη αίσθηση ότι οι Άλλοι κάτι προσμένουν από μένα, ακόμα και όταν δεν είναι παρόντες – είναι σαν να νιώθω ότι και μόνο το γεγονός πως είμαι ζωντανός, ενέχει στα θεμέλιά του ένα αόριστο αίσθημα υποχρέωσης.

Υπογραμμίζω ότι εδώ, μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε βαθύτερα την κυριολεκτικά τεράστια σημασία του Βλέμματος της μάνας στο μωρό – τα μάτια της είναι ο πρώτος καθρέφτης του μωρού, ο οποίος του επιστρέφει το είδωλό του, χρωματισμένο από τις προσδοκίες και τον προσωπικό κόσμο της μάνας.

Live vid=gr=“Τα αιρετικά”-[3] Γιατί ερωτεύομαι εσένα κι όχι κάποιον άλλον; – η υπόθεση του “κομφετί”

 

UPLOADED= Μάης 2018 στο Fb. LINK to Fb: https://www.facebook.com/100010682622827/videos/586100378422711/?id=100010682622827